Oικογένεια Κούτση, ένας γενεαλογικός γρίφος

Γενεαλογική έρευνα που διεξήγαγε για τα ΛΑΚΩΝΙΚΑ,από πηγές και βιβλιογραφία, γιά την ιστορία της οικογένειας Κούτση, το 2014-5, ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος, Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, εκπαιδευτικός, συγγραφέας. Ο αρθρογράφος ευχαριστεί όλους τους εκπροσώπους των διαφόρων κλάδων της οικογένειας Κούτση σε όλη την Ελλάδα, που είχαν την ευγένεια να θέσουν στην διάθεσή του γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, και τους οποίους αναφέρει αναλυτικά στο τέλος της εργασίας. Επίσης ευχαριστεί θερμά τις διευθύντριες των Γενικών Αρχείων του Κράτους Λακωνίας κυρία Π. Γαβαλά, Καλαμάτας κ. Μηλίτση, το επιστημονικό προσωπικό των ΓΑΚ Ύδρας-Σπετσών κυρία Διαμαντοπούλου και κύριο Καλαφάτη, τον φωτογράφο και πρόεδρο της Πνευματικής Εστίας Σπάρτης κ. Βασίλη Γεωργιάδη, τον παιδίατρο-ενδοκρινολόγο κ.Δημήτριο Χιώτη και τον αδελφό του λυκειάρχη κ. Νικόλαο Χιώτη, τον κ.Φίλιππο Δεμερτζή Μπούμπουλη, τον εκδότη της ιστορικής εφημερίδας ΕΣΤΙΑ Άδωνι Κύρου, τον κ. Νικόλαο Ανδριτσάκη, τον κ. Άγι Ανδριτσάκη, τον κ. Νικόλαο Βασιλάτο , ιστορικό ερευνητή-δικηγόρο, την ερευνήτρια κυρία Ελένη Κεκροπούλου, συγγραφέα βιογραφίας της Μπουμπουλίνας, τον έγκριτο νομικό και ερευνητή κ.Δημήτρη Κοπανίτσα, την συμβολαιογράφο κ.Αντιόπη Κυρούση και την μητέρα της Πόλα Στεφανούρη κόρη του δημάρχου Σπάρτης κατά τον Μεσοπόλεμο Ηλία Γκορτσολόγου, και την κ. Αναστασία Λαδοπούλου, διευθύντρια του Υποθηκοφυλακείου Σπάρτης, καθώς και όλους όσους τυχόν παραλείπω από δική μου αβλεψία σε αυτό το σημείο. Η έρευνα ορμήθηκε από την καταγωγή του αρθρογράφου από την οικογένεια Κούτση της Λακωνίας, από την μάμμη του Στέλλα Μελετοπούλου, κόρη του Μυστριώτη άρχοντα Γιωργάκη Κούτση, και το παρόν άρθρο αφιερώνεται στην μνήμη της.

Κούτσηδες: πολεμικό γένος από το Δυρράχιο

Η οικογένεια Κούτση αποτελεί αρχαίο πολεμικό γένος, καταγόμενο από την Βόρειο Ήπειρο, με απώτερη ιστορική κοιτίδα τον οχυρωμένο ορεινό οικισμό Κούτσι, στην περιοχή της Χειμάρας.

Από την ιστορική αυτή βάση εξόρμησης, προέκυψαν μετακινήσεις μελών της οικογένειας αυτής προς διάφορες κατευθύνσεις, με αποτέλεσμα το επώνυμο Κούτσης να απαντάται σε διάφορα σημεία της νότιας Βαλκανικής, και όχι μόνον στην Ελλάδα. Υπάρχουν οικογένειες με αυτό το επώνυμο στο Μαυροβούνιο, την νότια Σερβία, την Αλβανία. Στην Ελλάδα υπάρχουν συγκεντρώσεις οικογενειών με το επώνυμο Κούτσης ιδιαίτερα στις Σπέτσες, στην Λακωνία (Σπάρτη-Μυστράς-Γεωργίτσι), στην Μεσσηνία, στην Ηλεία, στην Αργολίδα, στην Ζάκυνθο και αλλού.

Από πολύμηνη γενεαλογική έρευνα, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάζονται εδώ , προκύπτει ότι μία αρχική ροή μελών της οικογένειας Κούτση έλαβε χώρα τον 15ο αιώνα προς την Πελοπόννησο, με αποτέλεσμα την δημιουργία (μεταξύ άλλων εγκαταστάσεων) του οικισμού Κούτσι στην Αργολίδα. Μία άλλη ομάδα, την ίδια περίοδο, εγκαταστάθηκε στην Κοτίτσα, στον βορειοδυτικό Ταύγετο.

Άλλη μετακίνηση πραγματοποιήθηκε, πιθανότατα στις αρχές του 18ου αιώνα, στις Σπέτσες. Από τον κλάδο των Σπετσών προέκυψαν, μέσα από περιπετειώδεις διαδρομές που διαπλέκονται με κορυφαία γεγονότα της Ελληνικής ιστορίας, οι κλάδοι της Λακωνίας, της Μεσσηνίας, της Ζακύνθου και της Ηλείας. Σε αυτούς τους κλάδους της οικογένειας Κούτση επικεντρώθηκε η παρούσα έρευνα.

Πιο αναλυτικά, η οικογένεια Κούτση είναι πολεμική πατριαρχική οικογένεια (φάρα), Βορειοηπειρώτες, όχι Αλβανοί. Δεν υπάρχουν στην οικογένεια στοιχεία γλωσσολογικά ή ονοματολογικά ή άλλα, που να στοιχειοθετούν αλβανική προέλευση. Κάτι που εξηγεί ότι η αρχική γραφή του οικογενειακού επωνύμου ήταν το βυζαντινό Κούτζης.

Σύμφωνα με την οκογενειακή παράδοση, όπως την μετέφερε ο πρόπαππός μου Γιωργάκης Κούτσης στην μάμμη μου Στέλλα, οι Κούτσηδες στην Βόρειο Ήπειρο ήσαν πλοιοκτήτες, δραστηριότητα που επανέλαβαν όταν μετώκησαν στην Ελλάδα, και συγκεκριμένα στις Σπέτσες, όπου εξελίχθηκαν σε ναυμάχους με πρωταγωνιστική δράση στην Ελληνική Επανάσταση.

Οι Κούτσηδες θεωρούνται, πάντως, στην Αλβανία, συγγενείς και σύμμαχοι της φυλής του Γεωργίου Καστριώτη ή Σκεντέρμπεη, του ελληνικής καταγωγής εθνικού ήρωα της Αλβανίας. Από εκεί πιθανόν προκύπτει και η υπερβολική συχνότητα του ονόματος Γεώργιος στους διάφορους κλάδους της οικογένειας, που καλύπτει ίσως και πάνω του 30% των αρρένων μελών της μέχρι σήμερα.

Η διασπορά της πολεμικής φάρας των Κούτσηδων σε διάφορες κατευθύνσεις, λαμβάνει χώρα στο δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα, δηλαδή την εποχή κατά την οποία οι Τούρκοι καταλαμβάνουν την Ήπειρο και την Αλβανία. Τα πλέον δυναμικά και εκτεθειμένα στους αγώνες εναντίον των Τούρκων στοιχεία, όπως ήταν οι Κούτσηδες, ήταν φυσικό να εκκενώσουν την περιοχή, προκειμένου να αποφύγουν τον εγκλωβισμό τους σε τουρκοκρατούμενα εδάφη.

Διάφοροι Κούτσηδες εμφανίζονται εκείνη την εποχή ως μέτοικοι, πολεμιστές και ήρωες στο Μαυροβούνιο, στην Σερβία και στον ελλαδικό χώρο. Είναι προφανές ότι η πολεμική φάρα των Κούτσηδων, ταυτισμένη με τους σφοδρούς αγώνες του Σκεντέρμπεη εναντίον των Τούρκων, διασκορπίζεται σε διάφορες κατευθύνσεις ήδη πριν την αποχώρηση του Σκεντέρμπεη και τον θάνατό του στην ενετοκρατούμενη Λέζα της Αλβανίας το 1468, καθώς και την κατάληψη της Κρούγια, προπυργίου του Σκεντέρμπεη, από τους Τούρκους, το 1478.

Πράγματι, ήδη πριν από το 1460, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, Κούτσηδες εγκαθίστανται στην Αργολίδα, ιδρύοντας τον οικισμό Κούτσι (σημερινό Αργολικό), βρίσκονται σε διαρκή πόλεμο με τους Τούρκους εισβολείς και είναι επί αιώνες συμπολεμιστές των Ενετών. Ένας Κούτσης συμπολέμησε γενναία με τους Ενετούς στην πολιορκία του ενετοκρατούμενου Ναυπλίου από τους Τούρκους το 1460, και η ηρωϊκή δράση του αποτυπώνεται σε δημοτικό τραγούδι της εποχής.

Σύμφωνα με αυτήν την εκδοχή [που παρουσιάζεται στο κλασσικό έργο του Μπίρη για του Αρβανίτες αλλά και στον επίσημο ιστότοπο του Δήμου Ναυπλιέων], ο Κούτσης αυτός ήταν Αρβανίτικης (που σημαίνει γεωγραφική και όχι αναγκαστικά εθνολογική προέλευση) καταγωγής τοπάρχης, που ζούσε στην περιοχή Κούτσι, κατείχε μεγάλες καλλιεργήσιμες εκτάσεις και κοπάδια. Καταγόταν από πολεμοχαρή οικογένεια και συμμετείχε στην προάσπιση του Παλαμηδίου το 1460.

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Μπίρης παραθέτει ένα μακροσκελές ποίημα 500 περίπου στίχων, στο οποίο αναφέρονται τα ονόματα Κούτσης, Μάνεσης, Λάλουκας, Παναρίτης ως ένδοξοι Αρβανίτες πολεμιστές. Να σημειωθεί ότι όλα αυτά τα ονόματα παραπέμπουν σε ονόματα οικισμών της Αργολίδας. Ο Κούτσης αυτός μετά το 1460 έφυγε από την περιοχή και κατευθύνθηκε στην Ιταλία, όπου και συνέχισε την πολεμική του δράση, δημιουργώντας μισθοφορικό στρατό. Υπάρχουν βιβλιογραφικές αναφορές στο οικόσημο της οικογένειάς του στην Ιταλία.

Την ίδια εποχή, ως αποτέλεσμα της διασποράς των Κούτσηδων χρονολογείται από ερευνητές η εγκατάσταση μελών της οικογένειας και σε άλλες περιοχές των Βαλκανίων, πιθανώς δε και στον βορειοδυτικό Ταϋγετο, και συγκεκριμένα στην Κοτίτσα (ο κλάδος αυτός, όπως θα δούμε παρακάτω, μετεγκαταστάθηκε στο Γεωργίτσι το 1810).

Ο κλάδος των Σπετσών, σύμφωνα με ένα σενάριο, πιθανώς προήλθε από εγκατάσταση Κούτσηδων από το αργολικό Κούτσι μετά την εκδίωξη των Ενετών και την ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τον μεγάλο βεζύρη Νταμάντ Αλή Κιουμουρτζή το 1715, οπότε σημειώνεται, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, μαζική μετοικεσία Πελοποννησίων και κυρίως κατοίκων της Αργολίδας στις Σπέτσες. Το Κούτσι (σημερινό Αργολικό) βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τις Σπέτσες. Ένα πιθανό σενάριο είναι ότι οι Τούρκοι κατέστρεψαν το Κούτσι λόγω της παραδοσιακής φιλοενετικής στάσης των Κούτσηδων και κάποιος Κούτσης διέφυγε στις Σπέτσες.

Ένα δεύτερο, πιθανότερο σενάριο, είναι ότι οι Κούτσηδες ήρθαν κατ’ ευθείαν από την Βόρειο Ήπειρο ως συμπολεμιστές, σύμμαχοι και μισθοφόροι των Ενετών στην νικηφόρα εκστρατεία του Μοροζίνη εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που ξεκίνησε το 1685 και κατέληξε στην κατάληψη της νότιας Ελλάδας και στην λεγόμενη Ενετοκρατία. Όταν όμως ο Κιουμουρτζή ανακατέλαβε τον Μοριά και κυρίευσε το Ναύπλιο, εδόθη ειδική άδεια στους Έλληνες μισθοφόρους τους να εγκατασταθούν στα νησιά του δυτικού Αιγαίου. Επομένως η εμφάνιση των Κούτσηδων στις Σπέτσες στις αρχές του 18ου αιώνος οφείλεται σε αυτήν την αιτία. Αυτό το δεύτερο σενάριο είναι και το πιθανότερο και ενισχύεται, όπως θα δούμε παρακάτω, και από άλλα στοιχεία.

Ενδιαφέρον, τέλος, είναι ότι, όπως προαναφέρθηκε, το επώνυμο της οικογένειας, τουλάχιστον του κλάδου των Σπετσών και του εξ αυτού προερχομένου κλάδου του Μυστρά, σε όλα τα έγγραφα, δημοτολόγια, εκλογικούς καταλόγους κλπ., καταγράφεται, από προεπαναστατικά μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, με την βυζαντινή διατύπωση Κούτζης. Το ταυ ζήτα σημαίνει ευγενή καταγωγή και βυζαντινή προέλευση. Τελευταίος καταγράφεται ως Κούτζης, στην νεότητά του, ο από Μυστρά πρόπαππός μου Γεώργιος Κούτσης (1854-1920), αν και αργότερα αρχίζει να υπογράφει ως Κούτσης [στην συνέχεια καταγράφω τα συγκεκριμένα μέλη της οικογένειας με το επώνυμο Κούτζης ή Κούτσης ανάλογα με το πώς καταγράφονται στα έγγραφα και στις πηγές].

ο κλάδος των Σπετσών

Ο Γεώργιος Κούτζης, χωρίς λοιπά στοιχεία, εμφανίζεται απλώς ως πατέρας (στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα πατρώνυμο) του πρώτου καταγεγραμμένου ως γεννηθέντα στις Σπέτσες Κούτση, του πλοιοκτήτη Ιωάννη Κούτζη (γενν. το 1730). Ο πρώτος αυτός Κούτσης, ο Γεώργιος, μετώκησε στις Σπέτσες πιθανότατα μετά την ήττα των Ενετών και την ανακατάληψη της Πελοποννήσου από τον μεγάλο βεζύρη Αλή Κιουμουρτζή το 1715, όπως προαναφέραμε.

Στην κατοχή του δικού μου κλάδου της οικογένειας Κούτση υπάρχουν όπλα και πολεμικά εξαρτήματα του 18ου αιώνος (χωρίς σαφή χρονολόγηση, όπως ένα ξίφος με αποξηραμένο τουρκικό σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση αίμα στην επιφάνειά του), κάτι που δείχνει ότι ήδη πριν εγκατασταθεί στις Σπέτσες η οικογένεια είχε πολεμική και αρχοντική καταγωγή.

Το αρχαιότερο, από όσο γνωρίζω, σωζόμενο κειμήλιο της οικογένειας Κούτση Σπετσών είναι ένα βαρύτιμο φυλαχτό του 1725 [στην κατοχή της οικογένειάς μου]. Είναι ένα ασημένιο λιόκρινο, δηλαδή φυλαχτό για το ξεμάτιασμα, με επιγραφή Γεώργιος και Ιωάννης Αλεξίου Κούτσης, με κεφαλαία. Η επιγραφή αυτή μας οδηγεί στην υπόθεση ότι ο αγνώστων λιπών στοχείων πρώτος Σπετσιώτης Κούτσης, ο Γεώργιος, είχε έναν αδελφό Ιωάννη, που δεν εντοπίζεται σε κάποια άλλη αναφορά, και ο πατέρας τους, που πιθανώς κατέβηκε με τους γυιούς του ως πολεμιστής το 1685 στην Πελοπόννησο με τους Ενετούς, λεγόταν Αλέξιος.

Ο γυιός του Γεωργίου, ο Ιωάννης Κούτζης, είναι ο πρώτος πολιτογραφημένος στις Σπέτσες Κούτσης για τον οποίον διαθέτουμε πληροφορίες [από τα στοιχεία που διαθέτουν οι απόγονοι του κλάδου Σπετσών και έθεσε υπ’ όψιν μου ο ιατρός Γεώργιος Κούτσης, καθώς και το γενεαλογικό δένδρο που μου έστειλε η Δανάη Κούτση]. Γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1730, ότι κατέφυγε μετά τα Ορλωφικά στα Κύθηρα, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, για να αποφύγει τις ορδές των Τουρκαλβανών που κατέστρεψαν μαζί με την Πελοπόννησο και τις Σπέτσες, και ότι επέστρεψε στο νησί με την αμνηστία που χορήγησαν οι Οθωμανοί το 1775. Στα Κύθηρα οι Κούτσηδες εγκαταστάθηκαν στον Μυλοπόταμο, στο δυτικό τμήμα του νησιού, με ευθύνη του Ενετού φρουράρχου, παρά τις ενστάσες των ενετικών αρχών που υποπτεύονταν τους Κούτσηδες ως….πειρατές. Ο φρούραρχος αντέτεινε ότι «οι πατέρες τους υπήρξαν πιστοί υπηρέτες και σύμμαχοι της Ενετίας. Ο Κούτσης είχε ήδη τότε προοδεύσει σημαντικά στην ναυτιλία και ήταν πλοιοκτήτης και καπετάνιος. Γνωρίζουμε επίσης ότι δεν ζούσε κατά την Επανάσταση. Αυτός, λοιπόν, ήταν ο κοινός πρόγονος όλων των Κούτσηδων των Σπετσών, της Λακωνίας, της Μεσσηνίας, της Ζακύνθου, της Κεφαλλονιάς και της Ηλείας, όπως θα φανεί παρακάτω.


Τα παιδιά του Ιωάννη Κούτζη ήταν ο Γεώργιος, ο Χριστόδουλος και ο Αναγνώστης, οι δύο πρώτοι πλοιοκτήτες και εμποροπλοίαρχοι, πρόκριτοι των Σπετσών, ναυμάχοι και τουρκομάχοι κατά την Επανάσταση. Όταν εξερράγη η Επανάσταση, η οικογένεια ήταν ήδη ισχυρή και πλούσια. Οι Κούτσηδες ήσαν ιδιοκτήτες πολλών εμπορικών πλοίων, που μετετράπησαν εν μια νυκτί σε πολεμικά, όπως ο «Θεμιστοκλής», ο «Ηρακλής», η «Ασπασία» και ο «Σαρμών». Οι Κούτσηδες συνετέλεσαν αποφασιστικά τόσο στην απόφαση προσχώρησης των Σπετσών στην Επανάσταση όσο και στην παρεμπόδιση προσέγγισης του οθωμανικού στόλου στην Πελοπόννησο και στην σωτηρία της Επανάστασης από πιθανή απόβαση τουρκικών στρατευμάτων μέσω θαλάσσης.

Ο Γεώργιος Ιωάννου Κούτζης και οι απόγονοί του

Ο πρώτος γυιός του Ιωάννη Κούτζη, ο Γεώργιος, γεννήθηκε το 1762, ήταν πλοιοκτήτης, αγωνιστής του ΄21 και πρόκριτος των Σπετσών.

Είχε γυιούς τον Γιάννη (1792-1860) και τον Νικόλαο.


Ο Γιάννης παντρεύτηκε την κόρη του Σπετσιώτη προκρίτου Χατηγιάννη-Μέξη. Ως πλοίαρχος του «Θεμιστοκλή», συμμετείχε στις πολιορκίες του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας και διακρίθηκε για την γενναιότητά του, ενώ τον Φεβρουάριο του 1822 καταναυμάχησε τουρκικό πολεμικό έξω από την Πάτρα. Τον Οκτώβριο του 1824 έλαβε μέρος στην πολιορκία της Πάτρας με 5 πλοία. Μέχρι το τέλος του Αγώνα πολεμούσε ασταμάτητα. Έζησε και πέθανε στις Σπέτσες, όπως και οι απόγονοί του. Eίχε γυιό τον Γεώργιο (1829-1871). Ο Γεώργιος είχε γυιούς τον Γιάννη (1860-1953), τον Παναγιώτη (1865-1946), τον Χριστόδουλο (1869-1947) και τον Νικόλαο (1871-1946). Ο κλάδος του Γεωργίου Κούτση παρέμεινε στις Σπέτσες και διέπρεψε στην εμπορική ναυτιλία, και οι μεταγενέστεροι στην αρχιτεκτονική, ιατρική, ζωγραφική. Οι απόγονοι της οικογένειας διατηρούν και τα παραδοσιακά αρχοντικά της οικογένειας στις Σπέτσες. Οι σημερινοί Σπετσιώτες Κούτσηδες προέρχονται όλοι από αυτόν τον κλάδο.

Ο Νικόλαος υπηρέτησε ως πλοίαρχος στο πολεμικό σκάφος «Αγαμέμνων» της Μπουμπουλίνας, και μετά την Απελευθέρωση έγινε πλοίαρχος στο πολεμικό ναυτικό. Ενεπλάκη μαζί με τον αδελφό του Γιάννη στην δολοφονία του Ανάργυρου Λεμπέση το 1842 και δικάστηκαν στις 15 Ιουλίου 1844 στην Πάτρα. Σύμφωνα με μία μαρτυρία, ο ένας αθωώθηκε και ο άλλος (προφανώς ο Νικόλαος) καταδικάστηκε σε 15 χρόνια φυλακή. [Εφημ. «Ηχώ των Επαρχιών», Πάτρα, 18 Ιουλ. 1844]. Πιθανώς όμως διέφυγε και φυγοδίκησε, όπως διαφαίνεται από την αναφορά που περιέχεται στην εφημερίδα [ό.π.], για να αποφύγει την φυλάκιση ή την κατακραυγή και τα αντίποινα. Δεν γνωρίζουμε τι απέγινε και πού κατέληξε.

Ο Χριστόδουλος Ιωάννου Κούτζης, το μοιραίο γεγονός του φόνου της Μπουμπουλίνας και η διασπορά των απογόνων του

 

Ο δεύτερος γυιός του Ιωάννη Κούτζη, ο Χριστόδουλος, γεννήθηκε το 1766 (ή το 1762, ενώ κάποιες πηγές τον αναφέρουν ως πρεσβύτερο), ήταν πλοιοκτήτης, αγωνιστής του ΄21 και πρόκριτος των Σπετσών. Υπήρξε πληρεξούσιος των Σπετσών στην Βουλή που συγκροτήθηκε μετά την Δεύτερη Εθνοσυνέλευση του Άστρους.

Το 1825, η απαγωγή της κόρης του Χριστόδουλου Ευγενίας από τον γυιό της Μπουμπουλίνας θεωρήθηκε ότι έθιξε την τιμή της οικογένειας και οδήγησε ολόκληρη την οικογένεια Κούτση στην οικία της Μπουμπουλίνας. Εκεί, μετά από λογομαχία και ειρωνική και απαξιωτική άρνηση της Μπουμπουλίνας να παραδώσει την απαχθείσα Ευγενία στην οικογένειά της, ο Χριστόδουλος ή σύμφωνα με κάποιες άλλες εξιστορήσεις ο γυιός του Χριστόδουλου Γιαννάκης, καπετάνιος και ήρωας της Επανάστασης, πυροβόλησε και φόνευσε την Μπουμπουλίνα. Λόγω του φόνου της Μπουμπουλίνας από τους Κούτσηδες, πολλά μέλη της οικογένειας εγκατέλειψαν τις Σπέτσες. Ο Χριστόδουλος παρέμεινε στις Σπέτσες και μετά τον φόνο της Μπουμπουλίνας. Δεν προκύπτει ότι έπαιξε πλέον κάποιον ρόλο.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι ο φόνος της Μπουμπουλίνας υπήρξε ένα καταλυτικό γεγονός, το οποίο προκάλεσε την φυγή πολλών μελών της οικογένειας Κούτση στην Μεσσηνία και στην Λακωνία (κάτι που επιβεβαιώνεται από την εσωτερική προφορική παράδοση της οικογένειας Κούτση, και συγκεκριμένα του κλάδου της Λακωνίας, αλλά και των παλαιών Μυστριωτών). Αλλά το εκπληκτικό είναι ότι, όπως προκύπτει από την εκτεταμένη έρευνα που διεξήγαγα σε όλη την Ελλάδα, οι Κούτσηδες της Ζακύνθου και ακόμη και αυτοί εξ αυτών που μετανάστευσαν στην Ηλεία μετά το 1900, διατηρούν ως βασικό, κεντρικό στοιχείο της οικογενειακής τους μνήμης, την απώτερη καταγωγή τους από τις Σπέτσες και το γεγονός του φόνου της Μπουμπουλίνας ως την αιτία που μετακινήθηκαν στην Ζάκυνθο. Περί αυτών, όμως, αναλυτικώτερα παρακάτω.

Αλλά στις μεταφερόμενες από γενιά σε γενιά οικογενειακές μνήμες, στον κλάδο των Κούτσηδων του Μυστρά υπάρχει και ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο προφορικής παράδοσης, σχετικά άγνωστο στην απέραντη βιβλιογραφία για τον θάνατο της ηρωίδας της Ελληνικής Επαναστάσεως: σύμφωνα με την οικογενειακή προφορική παράδοση των (απ’ ευθείας απογόνων του Χριστόδουλου) Κούτσηδων του Μυστρά (το οποίο μου μετέφερε η μάμμη μου Στέλλα Μελετοπούλου κόρη Γεωργίου Κούτση, δισεγγονού του Χριστόδουλου), ο Χριστόδουλος διατηρούσε μυστικό ερωτικό δεσμό με την Μπουμπουλίνα και εξεμάνη εναντίον της διότι είχε πληροφορηθεί ότι τον απατούσε.

Μετά από μακρά δική μου έρευνα (βασισμένη στην επιστημονική μου πεποίθηση ότι οι οικογενειακές αναμνήσεις συχνά κρύβουν αληθινότατα γεγονότα), την ύπαρξη της εκδοχής αυτής σε μία και μοναδική ιστορική ιστορική πηγή, μου επιβεβαίωσε η κυρία Ελένη Κεκροπούλου, συγγραφέας βιογραφίας της Μπουμπουλίνας [Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, εκδόσεις Ωκεανός]. Οπωςδήποτε, είτε επειδή η εκδοχή αύτη δεν κολακεύει ιδιαίτερα την μνήμη της ηρωίδας είτε επειδή δεν ερευνήθηκε επαρκώς, παρέμεινε μέχρι σήμερα στο περιθώριο της ιστοριογραφίας.

Η δολοφονία της Μπουμπουλίνας, σε κάθε περίπτωση, θεωρήθηκε άγος, και προκάλεσε την διασπορά, λόγω φόβου αντιποίνων, των απογόνων του Χριστόδουλου Κούτση εκτός Σπετσών, όπως θα δούμε στην συνέχεια.


Ο Χριστόδουλος είχε παιδιά τον Γιαννάκη (Κούτζη Ιωάννη του Χριστόδουλου, όπως καταγράφεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους Σπετσών), τον πρωτότοκο Γεώργη (Κούτζη Γεώργη του Χριστόδουλου, όπως επίσης καταγράφεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους Σπετσών), τον Δημήτρη, την Δέσποινα, την Ευγενία, την Μαργαρίτα. Οι Γεώργης και Γιαννάκης καταγράφονται στα σπετσιώτικα αρχεία [ΓΑΚ Ύδρας] ως πλοίαρχοι πολεμικών πλοίων κατά την Επανάσταση, με πρωταγωνιστικό ρόλο στην καταναυμάχηση του οθωμανικού πολεμικού ναυτικού και στην δημιουργία ναυτικού προστατευτικού κλοιού γύρω από την επαναστατημένη Πελοπόννησο.

Οι Γεώργης και Γιαννάκης, αμέσως μετά τον φόνο της Μπουμπουλίνας, επιβιβάστηκαν με τις οικογένειές τους σε ιδιόκτητο πλοίο τους και έφυγαν άρον-άρον υπό τον φόβο αντεκδικήσεων. [Σημειωτέον ότι έκτοτε ουδείς απόγονος του Χριστόδουλου δεν ξαναπήγε στις Σπέτσες λόγου της βεντέττας. Το 1993 επισκέφθηκα το νησί και συγκεκριμένα την οικία-μουσείο της Μπουμπουλίνας, όπου γνώρισα τον εξαιρετικό της απόγονο Φίλιππο Δεμερτζή-Μπούμπουλη, του αποκάλυψα ότι είμαι απευθείας απόγονος του Χριστόδουλου Κούτζη και συμφωνήσαμε ότι η βεντέτα έληξε!]

Οι Γεώργης και Γιαννάκης αποβιβάστηκαν στην Καλαμάτα. Ο πρώτος, όπως θα δούμε, προωθήθηκε στον Μυστρά, ενώ ο δεύτερος έμεινε στην πρωτεύουσα της Μεσσηνίας.

Ο Γιαννάκης, επομένως, παρέμεινε στην Καλαμάτα, όπου δημιούργησε τον κλάδο της Καλαμάτας. Περισσότερα στην οικεία παράγραφο.

Ο Γεώργης προωθήθηκε στον Μυστρά, βλέπε οικεία παράγραφο (ο Γεώργης ήταν ο πρόπαππος της μάμμης μου Στέλλας). Εκ του γεγονότος ότι οι γυιοί του Γεώργη, ο Μιχάλης και ο Αλέξης, ονόμασαν και οι δύο από μία κόρη τους Ελένκω, συνάγεται με σχετική ασφάλεια ότι η σύζυγος του Γεώργη ονομαζόταν Ελένκω. Φαίνεται ότι μεσολάβησε μία στάση στα Πισινά Χωριά (Αλαγονία), που βρίσκονται στον δρόμο που συνδέει την Καλαμάτα με την Σπάρτη. Φαίνεται, επίσης, ότι ο μεγάλος γυιός του Γεώργη, ο Μιχάλης Κούτζης, είχε προωθηθεί πολύ πριν και πάντως προ του φόνου της Μπουμπουλίνας στα Πισινά Χωριά, διότι συμμετέχει στην Επανάσταση και καταγράφεται στα λακωνικά έγγραφα ως Πισινοχωρίτης. Ίσως μετώκησε εκεί προεπαναστατικά ή κατά την έναρξη της επανάστασης, για λόγους που δεν γνωρίζουμε. Επίσης πιθανότατα ο πατέρας του Γεώργης και ο αδελφός του Αλέξης να πήγαν στα Πισινά Χωριά επειδή βρισκόταν ήδη εκεί ο Μιχάλης.

Στα διάφορα έγγραφα και εκλογικούς καταλόγους του Μυστρά συναντάμε και έναν άγνωστο στις οικογενειακές αφηγήσεις Νικήτα Κούτζη, Πισινοχωρίτη. Ο οποίος στην συνέχεια εξαφανίζεται από τα μυστριώτικα αρχεία. Ή πρόκειται για τρίτον γυιό του Γεώργη που έφυγε από την περιοχή ή απεβίωσε νέος, ή πρόκειται για γυιό του Αναγνώστη Κούτζη, αδελφού του Χριστόδουλου, που εμφανίστηκε όπως θα δούμε κι αυτός στιγμιαία στον Μυστρά κατά την διάρκεια της Επανάστασης ή λίγο μετά.

Ο Δημήτρης παραμένει εντελώς άγνωστος, χωρίς άλλα στοιχεία. Απόγονοί του δεν προκύπτουν στις Σπέτσες. Ούτε δική του μετεπαναστατική παρουσία. Εγκατέλειψε και αυτός το νησί λόγω του φόνου; Είχε φύγει προηγουμένως; Άγνωστον.


Οι θυγατέρες του Χριστόδουλου ήταν τρεις. Η Ευγενία τελικώς παντρεύτηκε τον Γιάννουζα, τον γυιό της Μπουμπουλίνας, και έμεινε στις Σπέτσες. Μάλιστα ο πατέρας της Χριστόδουλος την προίκισε κανονικά και συμφιλιώθηκε με τον απαγωγέα της και γαμπρό του Γιάννουζα. Για την Μαργαρίτα και την Δέσποινα δεν υπάρχουν ή δεν ανακάλυψα διαθέσιμες πληροφορίες. [Ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ο πρώτος ανιψιός της Μαργαρίτας, ο (τρίσπαππός μου) Αλέξανδρος Κούτζης, γυιός του αδελφού της Γεώργη, βάφτισε την κόρη του Μαργαρίτα. Η Μαργαρίτα Κούτζη υπήρξε, όπως θα δούμε, σύζυγος του προέδρου της Βουλής Αναστάση Κορφιωτάκη).

Ο άγνωστος Αναγνώστης Ιωάννη Κούτζης

Ο τρίτος γυιός του Γιάννη Κούτζη, ο Αναγνώστης Κούτζης, γεννημένος το 1768, αναφέρεται μόνον σε λίγα ιδιωτικά έγγραφα (τα οποία δεν εντόπισα). Δεν μνημονεύεται δράση του κατά την Επανάσταση, γεγονός που δημιουργεί υποψίες μήπως είχε φύγει ήδη πριν το 1821 από τις Σπέτσες. Εμφανίζεται όμως στον Μυστρά στιγμιαία ως μάρτυρας σε συμβόλαιο στις 24-5-1833. Μετά εξαφανίζεται και από εκεί. Πιθανόν να απεβίωσε, δεδομένης της προχωρημένης για την εποχή ηλικίας του. Άγνωστο αν άφησε απογόνους. Πήγε τον Μυστρά λόγω του φόνου της Μπουμπουλίνας;

στην Καλαμάτα

Στό γενεαλογικό σημείωμα της μάμμης μου Στέλλας Μελετοπούλου (1901-1972), υπάρχει η πληροφορία ότι, κατά την μετακίνηση των Κούτσηδων από τις Σπέτσες προς την Πελοπόννησο, «στην Καλαμάτα έμειναν ο Γιαννάκης και ο Παναγιώτης».

Αδυνατώντας να εντοπίσω σύγχρονη οικογένεια Κούτση στην Καλαμάτα, και μην γνωρίζοντας κάν ποιός ήταν ο Παναγιώτης και τι σχέση είχε με τον Γιαννάκη, αναζήτησα στοιχεία στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Τελικά ανακάλυψα στο αρχείο της οικογένειας Αντωνίου Αντωναράκη, στα ΓΑΚ Καλαμών, μία πρώτη αναφορά στο επώνυμο Κούτσης, σε μία Περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης επί του πλειστηριασμού ανωγείου διωρώφου οικίας των κληρονόμων του Ιωάννου Κούτση. Κατακυρώθηκε στον επισπεύδοντα δανειστή Ευστάθιο Κ Βράκα, κτηματία. 18261, 25-5-1888, συμβολαιογράφος Χαριτόπουλος. Σε αυτήν αναφέρεται η φράση «….των οφειλών Παναγιώτου Κούτση του Ιωάννου, εξ απογραφής κληρονόμου του πατρός του Ιωάννου Κούτση, και των Γεωργίου Κούτση του Ιωάννου και Μακριανής συζύγου Στυλιανού Χρυσομάλλη συγκληρονόμων του πατρός των Ιωάννου Κούτση». Επίσης αναφέρεται ότι η οικογένεια έμενε στο «Μανιατοπάζαρο» (μάλλον η σημερινή πλατεία Μαυρομιχάλη).

Από τα ΓΑΚ Καλαμάτας καταγράφονται επίσης σε συμβόλαια ο Παναγιώτης Κούτσης του Ιωάννη το 1884 ως έμπορος με τόπο κατοικίας το Μανιατοπάζαρο, ενώ τριάντα χρόνια αργότερα σε συμβόλαιο του 1914 καταγράφεται ως κτηματίας με τόπο κατοικίας την παραλία Καλαμάτας (είναι ο ίδιος ή εγγονός του;). Ο δε Γεώργιος Κούτσης του Ιωάννου καταγράφεται το 1905-1907 ως εμπορομεσίτης με τόπο κατοικίας την παραλία Καλαμάτας.

Από αυτά τα στοιχεία τεκμηριώνεται πλήρως η σχετική αναφορά στο γενεαλογικό σημείωμα της μάμμης μου περί Γιαννάκη και Παναγιώτη (πιθανώς ο πρωτότοκος Παναγιώτης είχε γεννηθεί στις Σπέτσες και ήρθε με τον πατέρα του στην Καλαμάτα, όπου γεννήθηκαν τα υπόλοιπα παιδιά του Γιαννάκη, και προς επιβεβαίωσιν ότι οι οικογενειακές αναμνήσεις πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπ’όψιν) . Προκύπτει, λοιπόν, ότι ο Ιωάννης (Γιαννάκης) Κούτσης, ο γυιός του Χριστόδουλου, ο ναυμάχος της Επανάστασης, εγκαταλείποντας τις Σπέτσες μετά τον φόνο της Μπουμπουλίνας, πήγε στην Καλαμάτα γύρω στο 1825-30, όπου απεβίωσε πριν το 1888.

Στην συνέχεια, επειδή στην σημερινή Καλαμάτα δεν βρήκα Κούτσηδες, αναζήτησα απογόνους της οικογένειας Χρυσομάλλη, και μετά από πολλές περιπέτειες ανακάλυψα την οδοντίατρο Σταυρούλα Χρυσομάλλη, που μου αποκάλυψε ότι είναι δισεγγονή της Μακριανής Κούτση, άρα τρισεγγονή του Γιαννάκη Κούτση. Από την Σταυρούλα Χρυσομάλλη έλαβα πλήρη γνώση της τύχης της οικογένειας του Γιαννάκη Κούτση στην Καλαμάτα.

Ο Γιαννάκης Κούτσης είχε, πράγματι, παιδιά τον Παναγιώτη (όπως ορθώς αναφέρει το σημείωμα της μάμμης μου), τον Γιώργο και μία θυγατέρα, σύζυγο ενός εμπόρου Στυλιανού Χρυσομάλλη από την Αναβρυτή (αν και η Σταυρούλα Χρυσομάλλη την Μακριανή αναφέρει ως Σταυρούλα).

Ο γαμπρός του Γιαννάκη Κούτση, ο Στέλιος Χρυσομάλλης, έμπορος από την Αναβρυτή με απώτερη καταγωγή από το Φανάρι Κωνσταντινουπόλεως, παντρεύτηκε την θυγατέρα του Γιαννάκη Κούτση. Έκαναν 5 αγόρια, τους Γρηγόρη, Παναγιώτη, Νίκο κ.ά. .Ο Γρηγόρης, οπλοποιός, εισαγωγέας όπλων από την Γερμανία, γεννηθείς το 1872, παντρεύτηκε την Σταυρούλα, γεννηθείσα το 1892, και έκαναν τον Γρηγόρη. Ο Γρηγόρης έκανε την οδοντίατρο στην Καλαμάτα Σταυρούλα και τον αδελφό της Παναγιώτη.

Η Σταυρούλα Χρυσομάλλη με ενημέρωσε ότι μέχρι την δεκαετία του ’70 υπήρχαν Κούτσηδες στην Καλαμάτα, με τους οποίους διατηρούσαν οικογενειακές σχέσεις. Η οικογένεια Κούτση έμεινε στην Καλαμάτα μέχρι την δεκαετία του ΄70, μετά οι παλαιότεροι απεβίωσαν και οι νεώτεροι μετακινήθηκαν στην Αθήνα.

Ο Μυστράς, τόπος ανασυγκρότησης μίας ιστορικής οικογένειας

Στον Μυστρά εμφανίζονται, σε διαφορετικές φάσεις, ο Γεώργης Κούτζης με τα παιδιά του Μιχάλη και Αλέξη. Εμφανίζονται επίσης στιγμιαία και ο Αναγνώστης, αδελφός του Χριστόδουλου, καθώς και (επίσης στιγμιαία) έναο Νικήτας, για τον οποίο μόνο εικασίες μπορούμε να κάνουμε.

Δεν υπάρχουν Κούτσηδες στον Μυστρά πριν απ’ αυτούς. Στον Μυστρά Κούτσηδες δεν καταγράφονται επί Τουρκοκρατίας ούτε κατά την Επανάσταση. Άλλωστε, στις πρώτες μετεπαναστατικές εγγραφές όπου πρωτοεμφανίζονται Κούτσηδες, καταγράφονται επίσημα ως μέτοικοι, όπως θα δούμε στην συνέχεια.

Πράγματι, από την Επανάσταση και μετά, εμφανίζεται στον Μυστρά, πρωτεύουσα τότε της Λακωνίας (η νεώτερη Σπάρτη δεν είχε ακόμα ιδρυθεί) κύμα Κούτσηδων. Άλλοι από αυτούς παραμένουν και εγκαθίστανται οριστικά στον Μυστρά (συγκεκριμένα ο Μιχαήλ και ο Αλέξης, σημειωτέον ότι στο γενεαλογικό σημείωμα της μάμμης μου Στέλλας αναφέρεται ότι «στον δε Μυστρά ήλθαν ο Μιχάλης και ο Αλέξης»). Ενώ άλλοι εμφανίζονται στιγμιαία και στην συνέχεια εξαφανίζονται σε άγνωστη κατεύθυνση.

Πρώτος από όλους καταγράφεται [στο Αρχείο Σαλβαρά, που επιμελήθηκε η διευθύντρια των Γενικών Αρχείων του Κράτους Λακωνίας και ερευνήτρια Πέπη Γαβαλά] ο Πισινοχωρίτης Μιχαήλ Κούτζης, σε συμβολαιογραφική πράξη με ημερομηνία 19-2-1830 ως μάρτυρας σε συμβόλαιο (αναφέρεται στον εκλογικό κατάλογο του 1843 ως «μπακάλης» και μέτοικος από το 1822). Ο επίσης Πισινοχωρίτης Νικήτας Κούτζης εμφανίζεται άπαξ στον Μυστρά στον εκλογικό κατάλογο του 1843-4, και μετά εξαφανίζεται εντελώς. Καταγράφεται ως μπακάλης, 40 ετών, μέτοικος στον Μυστρά από το 1828. Άγνωστο πού μετακινήθηκε και τι απέγινε στην συνέχεια, ελλείψει στοιχείων. Πιθανότατα μετακινήθηκε σε άγνωστη κατεύθυνση. Περί του Μιχαήλ και του Νικήτα Κούτζη θα επανέλθουμε.

Στην συνέχεια, την δεκαετία 1830-1840, εμφανίζονται, ξαφνικά και μαζικά θα έλεγε κανείς, και άλλοι Κούτσηδες, που τα ονόματά τους καταγράφονται στο γενεαλογικό δένδρο των Σπετσών: ο Αναγνώστης Κούτζης άπαξ το 1833 (αδελφός του Χριστόδουλου, υπογραμμίζω ότι και αυτός όπως και ο Μιχαήλ και ο Αλέξης και ο Νικήτας και οι άλλοι Κούτσηδες μέτοικοι στον Μυστρά καταγράφονται στα αρχεία με ζήτα, που σημαίνει ευγενή βυζαντινή καταγωγή και σπετσιώτικη προέλευση) και ο Γεώργης (ο πρωτότοκος γυιός του Χριστόδουλου, δηλαδή ο αδελφός του Γιαννάκη που έμεινε στην Καλαμάτα), που δεν καταγράφεται σε κανένα αρχείο αλλά η έλευσή του στον Μυστρά μαρτυρείται μόνον από την οικογενειακή αφήγηση.

Το 1841 εμφανίζεται στον Μυστρά ο νεαρός τότε (γεννηθείς το 1820 σύμφωνα τον εκλογικό κατάλογο του 1872 ή σύμφωνα με άλλες πηγές το 1814) Αλέξης Κούτζης [στο Αρχείο Σαλβαρά που δημοσίευσε η Πέπη Γαβαλά, διευθύντρια των ΓΑΚ Λακωνίας, 1546 15,09, Φεβρουάριος 1841, υπάρχει σημείωμα του Α. Κορφιωτάκη προς τον Αντώνη Σαλβαρά, που του ζητάει «να στείλει το άλογό του για να ανέβει η σύζυγός του στο Μυστρά. Στην περίπτωση που το πήρε ο Αλ. Κούτσης ζητάει να του πει να το στείλει με τον Αναστάση». [Χαρακτηριστικό είναι ότι ο μεν Κορφιωτάκης παντρεύτηκε πολύ αργότερα την θυγατέρα του Αλέξη Κούτζη ενώ ο γυιός του Αντώνη Σαλβαρά, Περικλής, άλλη του θυγατέρα]. Στον εκλογικό κατάλογο του 1843 ο Αλέξης Κούτζης αναφέρεται ως μέτοικος από το 1838. Σε όλες τις απογραφές κλπ. μέχρι τον θάνατό του το 1872, ο Αλέξανδρος ή Αλέξιος Κούτζης καταγράφεται κυρίως με ταυ ζήτα, εκτός λίγων εξαιρέσεων.


Ο Γιαννάκης, όπως είδαμε, πήγε στην Καλαμάτα. Ο Γεώργης, ο άλλος γυιός του Χριστόδουλου, προωθήθηκε στον Μυστρά, μέσω Πισινών Χωριών (Σίτσοβας, Αναστάσοβας κλπ.), όπου φαίνεται ότι παρέμεινε με την οικογένειά του κάποιο διάστημα (από το 1825 που εγκατέλειψαν τις Σπέτσες μέχρι την εμφάνισή τους στον Μυστρά μεσολαβούν κάποια χρόνια. Άλλωστε ο γυιός του Μιχαήλ καταγράφεται ως Πισινοχωρίτης.). Μετά ο Γεώργης μετακινήθηκε στον Μυστρά, από όπου γνωρίζουμε από πολύ συγκεκριμένες οικογενειακές αφηγήσεις ότι αλληλογραφούσε με τον αδελφό του Γιαννάκη στην Καλαμάτα . Δεν υπάρχει απολύτως καμμία καταγραφή του Γεώργη σε αρχεία κλπ. στον Μυστρά, μοναδική ανάμνηση είναι η οικογενειακή αφήγηση επί λέξει της αλληλογραφίας του με τον αδελφό του Γιάννη στην Καλαμάτα. [«Αδελφέ Γιαννάκη», υπαγόρευε ο Γεώργης στον γραμματικό του, και συμπλήρωνε εκφράζοντας προφορικά τα αδελφικά του αισθήματα: «που κακόχρονο νάχεις». Ο δυστυχής γραμματικός, ως μη ώφειλε, κατέγραψε επί λέξει και τον προφορικό λόγο, με αποτέλεσμα ο Γεώργης να εξαγριωθεί και να του κόψει το…αυτί.] Μία υπόθεση είναι ότι ο Γεώργης απεβίωσε λίγο μετά την άφιξή του στον Μυστρά, αλλά δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία.

τα Πισινά Χωριά και το αίνιγμα του Μιχαήλ Κούτζη

Ο σημερινός Δήμος Αλαγωνίας προέρχεται από ένα σύνολο ορεινών οικισμών που βρίσκονται στην διαδρομή από Σπάρτη προς Καλαμάτα, στην δυτική πλευρά του Ταϋγέτου. Ως σύμπλεγμα οικισμών ονομάζονται παραδοσιακά «Πισινά Χωριά» και ιστορικά ανήκαν στην Επαρχία Μυστρά της Λακωνίας. Τα χωριά αυτά είναι η Τσερνίτσα, το Κουτσαβά Καρβέλι, το Κουτσαβά Λαδά, τα Δύο Μοναστήρια,η Σίτσοβα, η Μεγάλη Αναστάσοβα και η Μικρή Αναστάσοβα. Κέντρο του συμπλέγματος είναι η Σίτσοβα, η σημερινή Αλαγονία .

Από το γραπτό σημείωμα της μάμμης μου Στέλλας Μελετοπούλου προκύπτει ότι τα Πισινά Χωριά ήταν σταθμός στην μετακίνηση των Κούτσηδων από τις Σπέτσες προς τον Μυστρά («άλλοι έφθασαν στην Καλαμάτα και απ’ εκεί στα Πισινά χωριά και στον Μυστρά. Στην Καλαμάτα έμειναν ο Γιαννάκης και ο Παναγιώτης, στον δε Μυστρά ήλθαν ο Μιχάλης και ο Αλέξης»). Η διαδρομή που περιγράφει η μάμμη μου είναι Σπέτσες-Καλαμάτα-Πισινά Χωριά-Μυστράς.

Στην Καλαμάτα έμεινε ο Γιαννάκης και ο γυιός του Παναγιώτης, όπως επαρκώς τεκμηριώσαμε στην οικεία παράγραφο. Περί Αλέξη γνωρίζουμε επαρκώς, διότι πρόκειται για τον παππού της μάμμης μου. Αλλά περί του Μιχάλη, του γυιού του Γεώργη και αδελφού του Αλέξη, τα στοιχεία μας δίνουν μία εντελώς διαφορετική και φαινομενικά ανεξήγητη εικόνα.

Ο Μιχάλης Κούτζης εμφανίζεται στον Μυστρά κατά την διάρκεια της Επανάστασης ως μέτοικος, γεννηθείς το 1800. Καταγράφεται στον εκλογικό κατάλογο του Μυστρά του 1843-4 (εκλογές για την Εθνοσυνέλευση που προέκυψε από την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843) ως μπακάλης, μέτοικος από το 1822, 45 ετών [αν και οι χρονολογίες αυτές ελέγχονται, διότι οι πληροφορίες που παρείχαν οι απογραφόμενοι εμπεριείχαν συχνά σκοπιμότητες ενώ και οι απογραφείς έκαναν σφάλματα]. Στον εκλογικό κατάλογο του 1872 καταγράφεται ως Μιχαήλ Κούτζης, 72 ετών. Και το 1873 ως 73 ετών. Αλλά η μετακίνησή του στον Μυστρά δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο της μετακίνησης των Κούτσηδων από τις Σπέτσες προς την Μεσσηνία και την Λακωνία, ως αποτέλεσμα του φόνου της Μπουμπουλίνας. Αντιθέτως, ο Μιχαήλ Κούτζης εμφανίζεται σε διάφορα έγγραφα ως Πισινοχωρίτης.

Στο έργο του παλαιού τυπογράφου από το Γεωργίτσι Γιάννη Κούτση [γόνος άλλου κουτσέϊκου κλάδου περί του οποίου παρακάτω] ΤΑ ΚΑΠΕΤΑΝΟΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΝΩ ΡΙΖΑΣ 1460-1830, Αθήνα 2013, δημοσιεύεται το εξής έγγραφο, το οποίο αναπαράγω εδώ αυτολεξεί: «Πιστοποιητικόν. Πιστοποιούμεν οι υποφαινόμενοι οπλαρχηγοί της επαρχίας Λακεδαίμονος επί τη οριζομένη από τον Ποινικόν Νόμον ποινή και επί τη υποχρεώσει της ανηκούσης πολιτικής αποζημιώσεως ότι ο Μιχάλης Κούτσης [σς. Εδώ γράφεται με σίγμα] εκ Πισινών Χωρίων κάτοικος Μυστρά Δήμου Σπάρτης, άμα ήρξατο ο υπέρ Ανεξαρτησίας Αγών, λαβών τα όπλα εις χείρας κι έχων υπό την οδηγίαν του είκοσι πάντοτε στρατιώτες, παρευρέθη εις τας εξής μάχας πολεμήσας γενναίως και ανδρείως. Ετών πενήντα. α. εν Φραγκοβρύσω γενομένην, β. εις την εν Καλτεζά, γ. Βέρβενα, δ. Τρίκορφα, ε. εις Ρεσάλτον της Τριπόλεως, στ. εις Άργους μετά του Δράμαλη, όστις επληγώθη εις το στήθος και εις την κοιλίαν με τρεις βολιές και τον οποίον εθεράπευσαν ο κ.στρατηγός Γ (Γιωργάκης) Ιατράκος και κ.Στράτης Διακουμάκος, 7.εις Πάτρας, 8.εις Μισολόγγι, 9.εις Κούτα και Πέτα και εις Κομπότι, 10. εις Νεόκαστρον μέσα μετά τους Άραβας, εις Μανιάκι και εις Τραμπάλα και εις διάφορα άλλα μέρη. Γνωρίζοντας όθεν τα ανωτέρω ως αληθή, δίδομεν το παρόν προς αυτόν διά να του χρησιμεύση όθεν ανήκει.

Εν Σπάρτη την 23ην Οκτωβρίου 1846,

Οι Οπλαρχηγοί

Λιάκος Γιατράκος

Α.Ζαχαρόπουλος

Α.Σαλιβαράς

Η Δημαρχία Σπάρτης πιστοποιεί την γνησιότητα των ανωτέρω τριών υπογραφών.

Εν Σπάρτη την 26η Οκτωβρίου 1846,

Ο Δήμαρχος

Εμμ. Μελετόπουλος»


Στο ίδιο σύγγραμμα, σ.341, αναφέρεται ότι ο Μιχαήλ Κούτσης κατετάγη μετεπαναστατικά στην Δεύτερη Τάξη Αγωνιστών (Μπουλουξήδες) με Α.Μ. 4365, μαζί με τους Γεωργιτσάνους αγωνιστές.

Επομένως, προκύπτει ότι ο Μιχαήλ Κούτζης προέρχεται από τα Πισινά Χωριά, λαμβάνει μέρος νεαρότατος στην Επανάσταση επικεφαλής δικού του εκστρατευτικού σώματος από την πρώτη μέρα της έκρηξής της, συμμετέχει σε όλες στις κορυφαίες μάχες, τραυματίζεται σοβαρά στα Δερβενάκια, συνεχίζει όμως μέχρι το τέλος του Αγώνα. Τα διάφορα έγγραφα τον εμφανίζουν ως μέρος της δύναμης των Γεωργιτσάνων οπλαρχηγών, στους καταλόγους των οποίων εμφανίζεται τιμώμενος για την ηρωϊκή του δράση. [σημειωτέον ότι τα Πισινά Χωριά είναι πολύ κοντά στο Γεωργίτσι.]

Πότε έφθασε ο Μιχαήλ Κούτζης στα Πισινά Χωριά; Στην Επανάσταση ήταν ήδη εκεί, εικοσάχρονος, άλλωστε αναφέρεται ως προερχόμενος από τα Πισινά Χωριά. Επομένως πιθανόν να πήγε εκεί προεπαναστατικά για κάποιον λόγο που αγνοούμε, λόγο πάντως άσχετο με τον μεταγενέστερο (1825) φόνο της Μπουμπουλίνας.

Εδώ πρέπει να προσθέσουμε ότι στον μετεπαναστατικό Μυστρά εμφανίζεται και άλλος Κούτσης Πισινοχωρίτης: ο Νικήτας Κούτζης. Καταγράφεται στο δημοτολόγιο Μυστρά το 1835 ως Νικήτας Κούτζης, Οπισινοχωρίτης, και στον εκλογικό κατάλογο του 1843-4 ως μέτοικος από το 1828, 40 ετών, μπακάλης όπως ο Μιχάλης. Ουδεμία άλλη είδηση έχουμε για τον Νικήτα Κούτζη, ούτε άλλο έγγραφο τον αναφέρει, ούτε απόγονοί του υπάρχουν, ούτε καμμία οικογενειακή ανάμνηση τον μνημονεύει. Πιθανώς ήταν τρίτος γυιός του Γεώργη ή γυιός του Αναγνώστη.

Μία ισχυρή πιθανότητα είναι η μετακίνηση στα Πισινά Χωριά του Μιχαήλ και του Νικήτα να οφείλονται στην εμπλοκή τους στην Επανάσταση ή γενικώτερα στο χάος που προκάλεσε στην ζωή των ανθρώπων η Επανάσταση. Μπορεί π.χ. ο νεαρός Μιχαήλ Κούζης, που είναι μία συγκλονιστική μορφή του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, να πήγε εθελοντής στην Πελοπόννησο για να πολεμήσει, και να επέλεξε ως έδρα του τα Πισινά Χωριά, ίσως και λόγω της παρουσίας άλλου κλάδου Κούτσηδων στην Κοτίτσα (δίπλα στα Πισινά Χωριά). Στοιχεία περισσότερα δεν υπάρχουν.

Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει ότι στα Πισινά Χωριά υπήρξε πρώϊμη και προσωρινή μετοικεσία Κούτσηδων, επιβεβαιώνοντας το Γενεαλογικό Σημείωμα της μάμμης μου Στέλλας, σύμφωνα με το οποίο οι Κούτσηδες που έφυγαν από από τις Σπέτσες «….έφθασαν στην Καλαμάτα και απ’ εκεί στα Πισινά χωριά και στον Μυστρά. Στην Καλαμάτα έμειναν ο Γιαννάκης και ο Παναγιώτης, στον δε Μυστρά ήλθαν ο Μιχάλης και ο Αλέξης.»

Πιθανότατα λοιπόν προπορεύθηκαν μερικοί Κούτσηδες, εγκαταστάθηκαν στα Πισινά Χωριά προεπαναστατικά και λειτούργησαν ως πόλος έλξης του επόμενου κύματος Κούτσηδων, που εκκένωσαν τις Σπέτσες μετά τον φόνο της Μπουμπουλίνας.

Πάντως, από την Επανάσταση και μετά, ο μεν Νικήτας Κούτζης εξαφανίζεται παντελώς, ο δε Μιχαήλ Κούτζης εγκαθίσταται στον Μυστρά και ζει εκεί μέχρι το τέλος της ζωής του (απεβίωσε πάντως σε προχωρημένη ηλικία μετά το 1873). Τα παιδιά του μετακινήθηκαν τελικώς στην Σπάρτη, όπως η πλειοψηφία των Μυστριωτών. Παιδιά του Μιχάλη Κούτζη ήταν:


ο Γεώργιος (εμφανίζεται στον εκλογικό κατάλογο του 1873 ως στρατιωτικός, 30 ετών, άρα γεννήθηκε το 1843, και γνωρίζουμε ότι απεβίωσε το 1900) - σύζυγος Παρασκευούλα Φεγγαρά.

παιδιά τους: Θεόδωρος (1885 ή 1886), Μίχος (1887), Ηρακλής (1988 ή 1889), Κωστής (1893), Μαρία (1895), Αλέκος (μετανάστης στις ΗΠΑ, γενν. 1888, όπως πιθανώς λανθασμένα εμφανίζεται στα αμερικανικά αρχεία, αφού στο οικογενειακό δένδρο εμφανίζεται τελευταίος από τα αδέλφια του).


ο Εμμανουήλ, γενν. 1853, εμφανίζεται στον εκλογικό κατάλογο του 1872 ως 24 ετών και στον επόμενο του 1873 ως 25 ετών, με την ιδιότητα μαθητής. Μετά εξαφανίζεται από τις εγγραφές, και ούτε αναφέρεται στις οικογενειακές αναμνήσεις, οπότε προφανώς ή μετώκησε (αν και θα υπήρχε κάποια σχετική οικογενειακή αναφορά) ή απεβίωσε νέος.


η Κατίγκω Γιαννουλοπούλου (σώζεται φωτογραφία της στο οικογενειακό αρχείο της δισεγγονής της Μαρίνας Γιαννουλοπούλου).

Παιδιά της Κατίγκως: Παναγιωτάκης, Μιχάλης.


η Ελένκω Καλιώρα

παιδί τους: Θανάσης.

ο Αλέξης Κούτσης γίνεται με τον γάμο του πάμπλουτος γαιοκτήμων

Ο Αλέξης Κούτζης εμφανίζεται στον εκλογικό κατάλογο του 1843-4 ως κτηματίας και μέτοικος από το 1838, 35 ετών (οι χρονολογίες ελέγχονται, διότι και οι απογραφόμενοι παρείχαν εσκεμμένα λανθασμένα στοιχεία για λόγους σκοπιμότητας ή παραπλάνησης των αρχών, και οι απογραφείς έκαναν σφάλματα). Και στον εκλογικό κατάλογο του 1872 αναφέρεται ως 52 ετών, κτηματίας. Στο έργο της Πέπης Γαβαλά για το Αρχείο Σαλβαρά αναφέρεται το έτος 1814. Ποιά είναι η αληθινή του ηλικία; Από τα οικογενειακά στοιχεία και την ηλικία των κληρονόμων του προκύπτει ότι μάλλον γεννήθηκε πράγματι ή το 1814 ή το 1820. Λόγω της ανυπαρξίας προεπαναστατικών αρχείων είναι πολύ μικρή η πιθανότητα να υπάρχει κάποιο πιστοποιητικό βαπτίσεώς του στις Σπέτσες, όπου γεννήθηκε. Δεν εμφανίζεται στον εκλογικό κατάλογο του 1873, όπου εμφανίζεται ως εκπρόσωπος της οικογένειας ο γυιός του Γιωργάκης, άρα προφανώς ο Αλέξης απεβίωσε το 1872-3 (στο Αρχείο Σαλβαρά αναφέρεται το 1873). Κάτι που επιβεβαιώνεται και από την οικογενειακή ανάμνηση ότι ο Αλέξης άφησε τον γυιό του Γιωργάκη ορφανό σε νεαρή ηλικία.

Ο Αλέξης Κούτζης παντρεύτηκε την Μαριγώ (1826), κόρη Παπάζογλη. Η οικογένεια Παπάζογλη ήταν πάμπλουτη οικογένεια εμπόρων και γαιοκτημόνων επί Τουρκοκρατίας. Στο σύγγραμμα του Κυριάκου Στάππα Η Λακωνία κατά την Τουρκοκρατίαν και Ενετοκρατίαν, 1460-1821, Αθήναι 1993, σ.445, αναφέρεται επιστολή του Γάλλου προξένου στην οποία καταγγέλλεται Γάλλος έμπορος διότι «φέσωσε» τον Παναγιώτη Παπάζογλη 6.000 γρόσια για μετάξι και κινναβάρι, με ημερομηνία 1-9-1730. Επίσης στον πρώτο τόμο του Αρχείου Σαλβαρά [Α’ Τόμος, σ. 26] υπάρχει Επιτροπικό Έγγραφο της 1ης -3-1787 με το εξής εξαιρετικά διαφωτιστικό για τον πλούτο της οικογένειας περιεχόμενο: «Συμφωνία ανάμεσα στους Ομέρπασα Αραπάκη (Μαγούλα) και Αναγνώστη Σαλβαρά και την Αντωνίτσα Δημήτρη Λιόντη, αδελφή του Λεονάρδου και Θεοδωράκη Παπάζογλη για να είναι οι πρώτοι «κεχαγιάδες» και «επίτροποι» στην περιουσία της Αντωνίτσας και των αδελφών της: «εις όλα τα υποστατικά και μούλκια των αδελφιών της και προικιά της όπου κι αν έχουν Μαγούλας σύνορο Αγιάννη, Τζεραμιού και Παρορίου και Κασαπά ομού με τα αργαστήρια και Παλουκόραχης». (Πιθανότατα η μυστριώτικη οικογένεια Παπάζογλη να συνδεόταν με την ομώνυμη ισχυρή και πάμπλουτη οικογένειας προεστών του Αγίου Πέτρου Κυνουρίας.)

Ο πεθερός του Αλέξη Κούτζη Παπάζογλης ήταν ισχυρός παράγων του Ρωσσικού κόμματος και έπαιξε ρόλο υπέρ της Ρωσσίας στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Για τις υπηρεσίες του ανταμείφθηκε με τίτλο βαρώνου, τον οποίον κληρονόμησε ο γαμπρός του Αλέξης Κούτζης, καθώς και τεράστια έκταση γης (20.000 εκτάρια) στο Νοβγκορόντ, την οποία ουδέποτε μετέβη στην Ρωσσία για να παραλάβει η οικογένεια.

Δεν γνωρίζουμε το μικρό όνομα του Παπάζογλη. Επειδή ο γαμπρός του Αλέξης Κούτζης ονόμασε τον πρώτο γυιό του Σαράντο, υπάρχει μία πιθανότητα αλλά όχι βεβαιότητα να λεγόταν Σαράντος.

Από την οικογένεια Παπάζογλη, ο Αλέξης Κούτζης έλαβε ως προίκα το αρχοντικό Λεοντσίνι στον Μυστρά, τεράστιο μέγαρο με καμάρες και φοίνικες, που δεσπόζει και σήμερα πάνω από τον οικισμό του Μυστρά, και ανήκε αρχικά στην αδελφή του Παπάζογλη κόμησα Λεοντσίνι, γόνο πιθανότατα της ενετικής οικογένειας Λεοντσίνι των Κυθήρων, και το οποίο πουλήθηκε από τον Γιωργάκη Κούτση στην οικογένεια Σαρσέντη. (Συγκεκριμένα το αγόρασε ο Ηλίας Σαρσέντης, έμπορος που είχε γεννηθεί στον Μυστρά το 1846, είχε δραστηριοποιηθεί στην Ρωσσία το διάστημα 1868-1883 και επέστρεψε στον Μυστρά το 1883.) Στο αρχοντικό αυτό φιλοξενήθηκε ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄. Η περιοχή πίσω από το μέγαρο Λεοντσίνι ήταν γνωστή ως «του Κούτση». Επίσης ο Αλέξης Κούτζης έλαβε ως προίκα ή απέκτησε μόνος του και άλλα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, όπως α. τσιφλίκι 600 στρεμμάτων στο Έλος Λακωνίας, τα λεγόμενα «Κουτσέϊκα», β. τσιφλίκι μεγάλης έκτασης στην Μιτάτοβα (Αγραπιδούλα), στον δρόμο Σπάρτης-Τρύπης, όπου ο Κούτζης οικοδόμησε πύργο από κόκκινη πέτρα, τον «Κοκκινόπυργα», που έδωσε ως προίκα στον επ’ αδελφή γαμβρό του Περικλή Σαλβαρά [έκτοτε ανήκει στην οικογένεια Σαλβαρά], και γ. τσιφλίκι στο Καλάμι, στις υπώρειες του Ταϋγέτου, με οικισμό για τους αγροτοεργάτες (κολλήγους) και υποστατικά. Ασφαλώς υπήρχαν και άλλα σημαντικά περιουσιακά στοιχεία, τα οποία εκχωρήθηκαν ως προίκα στους γαμπρούς του Αλέξη Κούτζη, τον βουλευτή Λακωνίας και πρόεδρο της Βουλής Αναστάση Κορφιωτάκη, τον δήμαρχο Σπαρτιατών Περικλή Σαλβαρά και τον Αιγυπτιώτη μεγιστάνα ιδιοκτήτη βαμβακοφυτειών Μιχαήλ Ανδριτσάκη.

Με αυτήν την περιουσία, ο Αλέξης Κούτζης κατέστη ένας από τους

ισχυρότερους γαιοκτήμονες της Λακωνίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με μαρτυρία του ιερέα Χρήστου Καστάνη, που συμπεριλαμβάνεται στο λεύκωμα του Π. Αϊβαλή Μυστράς: ταξίδι στον χρόνο, Αθήνα 2006, σ.150, ο Κούτσης δώρησε στον Άγιο Γεώργιο του Μυστρά την πρώτη καμπάνα και στον Άγιο Σπυρίδωνα τον χρυσοκέντητο Επιτάφιο στο προσκυνητάρι. Ταυτόχρονα ήταν εξαιρετικά φιλάνθρωπος και ασκούσε ερασιτεχνικά και δωρεάν την ιατρική, την οποία άγνωστο πού εδιδάχθηκε, και άλλωστε από αυτήν την ενασχόληση έχασε την ζωή του, όταν μολύνθηκε από σταφυλόκοκκο κατά την διάρκεια επέμβασης από ασθενή του στην παρονυχίδα, το 1873.


Ο Αλέξης έκανε τα εξής παιδιά:

-την Μαργαρίτα (1844), σύζυγο του βουλευτή Λακωνίας και προέδρου της Βουλής Αναστάση Κορφιωτάκη (1813), με τον οποίον απέκτησαν τον Χαρίλαο, γενν. 1870.

-την Ελένκω (άγνωστη ημερομηνία γέννησης, προφανώς όμως είτε 1845 είτε 1846), σύζυγο του Αιγυπτιώτη μεγιστάνα Ανδριτσάκη, βαμβακέμπορου και ιδρυτή της «ποικιλίας Ανδριτσάκη» (παιδιά: 1. Μαρίκα σύζυγος Ζήννη και σε δεύτερο γάμο με υποναύαρχο Γιάγκο Μπούμπουλη- ο γάμος αυτός προκάλεσε αντιδράσεις από την πλευρά της οικογένειας Μπούμπουλη, που γνώριζε ότι ο πρόγονος της Μαρίκας ήταν ο δολοφόνος της προμάμμης τους Μπουμπουλίνας!!!- η κόρη τους Αλεξάνδρα παντρεύτηκε τον Κύρο Κύρου, ιδρυτή της ΕΣΤΙΑΣ, άρα δισεγγονός της Ελένκως είναι ο εκδότης της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ Άδωνις Κύρου. Η Ελένκω πέθανε από χαλκαιμία, μία σπάνια ασθένεια, 2. Τζίνα Καλογεροπούλου, ο Καλογερόπουλος ήταν Αιγυπτιώτης επιχειρηματίας και αυτοκτόνησε στο κράχ της Αλεξανδρείας το 1926, 3. Σπάρτη Φραγκοπούλου, ο γυιός τους Εμμανουήλ εκτελέστηκε από κομμουνιστές το 1944, 4. Αλέκα Συριώτη, ο Συριώτης ήταν βασικό στέλεχος του συγκροτήματος Λαμπράκη, 5. Αναστάσης-σκοτώθηκε κάνοντας ιππασία, 6. Θανάσης, σύζ. Ελένη Σκουζέ).

-την Αναστασία ή Αναστασούλα (1847), σύζυγο του Δημάρχου Σπάρτης (από το 1895 έως το 1903) Περικλή Σαλβαρά, με τον οποίον δεν απέκτησε παιδιά και με τον οποίον διεζεύχθη λόγω συζυγικής κακοποίησης. Ο αδελφός της Γιωργάκης Κούτσης την πήρε στο σπίτι του και λίγο μετά η Αναστασούλα πέθανε από την στενοχώρια της (προίκα της Αναστασούλας ήταν ο Κοκκινόπυργας, που ο Σαλβαράς δεν επέστρεψε μετά το διαζύγιο).

-τον Σαράντο (1851), άγνωστο πρόσωπο, μάλλον πέθανε μικρός. Αναφέρεται και από την Πέπη Γεβαλά και στο γενεαλογικό σημείωμα της μάμμης μου. Το γεγονός πάντως ότι ο δευτερότοκος Γιωργάκης κληρονόμησε την περιουσία του Αλέξη δείχνει ότι το 1873, που απεβίωσε ο Αλέξης, ο Σαράντος είχε ήδη αποβιώσει.

-τον Γεώργιο ή Γιωργάκη (1854-1920, αν και εμφανίζεται στον εκλογικό κατάλογο του 1873 λανθασμένα ως 23 ετών), πατέρα της μάμμης μου Στέλλας. Η πρώτη σύζυγός του Γιωργάκη Κούτση ήταν η Λυγερή Κοκκόνη, με την οποία απέκτησαν 11 (ολογράφως: ένδεκα) παιδιά, που απεβίωσαν όλα σε νηπιακή ηλικία, πιθανότατα λόγω μεσογειακής αναιμίας. Η δεύτερη σύζυγός του ήταν η Μαρίνη Τριανταφύλλου (1879-1965, η προμάμμη μου την οποία εγνώρισα), με την οποία απέκτησαν τα εξής παιδιά: τον Παναγιώτη, 1900, που επίσης απεβίωσε μάλλον νήπιο, την μάμμη μου Στέλλα, 1901, την Καλλιρόη, 1903, που απεβίωσε από λευχαιμία σε ηλικία δεκαεννέα ετών, και τον Αλέξανδρο ή Αλεκάκι, 1905, που απεβίωσε μικρός από τυφοειδή πυρετό και ιατρικό σφάλμα, το 1908. Μοναδικό τέκνο τους που επεβίωσε είναι η μάμμη μου Στέλλα Μελετοπούλου (1901-1972).

Ο Γιωργάκης Κούτσης κληρονόμησε από τον πατέρα του Αλέξη τεράστια περιουσία, με τα τρία προαναφερθέντα τσιφλίκια στην Σκάλα, στην Μιτάτοβα και στο Καλάμι. Το πρώτο κατασχέθηκε από το κράτος για να δοθεί σε έναν ομογενή Κουντουριώτη εξ Ινδιών, ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην πατρίδα από…εκεί, το δεύτερο επώλησε τμηματικά αγοράζοντας με τα έσοδα οικόπεδα και οικοδομώντας οικίες και μέγαρα στην Σπάρτη, και το τρίτο επώλησε στον έμπορο Τσαγκαρούλη από την Σελλασία (Βρουλιά).

Στην Σπάρτη, ο Γιωργάκης Κούτσης αγόρασε όλη την έκταση από την διασταύρωση της Μαγούλας μέχρι το σημερινό ξενοδοχείο Διόσκουροι, ενώ έλαβε προίκα από την πρώτη του σύζυγο Λυγερή το γωνιακό οικόπεδο στο οποίο βρίσκονται σήμερα τα ξενοδοχεία Διόσκουροι και Λήδα, απέναντι από την Μητρόπολη και δίπλα στα σημερινά δικαστήρια. Η διαδρομή από την δημοσιά της Μαγούλας μέχρι τα σημερινά δικαστήρια ήταν γνωστή ως «ο ανήφορος του Κούτση». Στην έκταση που αγόρασε ο ίδιος, οικοδόμησε μεταξύ του 1870 και του 1880 πολυτελή νεοκλασσική μονοκατοικία στην οποία γεννήθηκε το 1901 η μάμμη μου Στέλλα (την αγόρασε το 1916 από τον Γιωργάκη Κούτση ο μετέπειτα δήμαρχος Σπάρτης Γκορτσολόγος και σήμερα είναι διατηρητέα).

Ο Κούτσης κάποια στιγμή ασχολήθηκε με επιχειρήσεις. Στο οικόπεδο της Λυγερής ο Κούτσης οικοδόμησε γύρω στο 1885 το «Κούτσειον» (ακριβώς στο σημείο που βρίσκεται σήμερα το «Διόσκουροι»), που υπήρξε θρυλικό καφέ-σαντάν της σπαρτιατικής Belle-Epoque, με καφενείο μπροστά και θερμαινόμενα λουτρά πίσω στο ισόγειο και δωμάτια στον πρώτον όροφο. Στο κλασσικό έργο του Νίκου Γεωργιάδη Περί Σπάρτης [σς. 86-7] διαβάζουμε ότι στα τέλη του 19ου αιώνος και στις αρχές του 20ού «Το κέντρο των εκδηλώσεων την εποχή αυτή είναι το ‘Κούτσειον’ ζαχαροπλαστείον, από το όνομα του ιδιοκτήτη Κούτση, στην πλατεία Ευαγγελιστρίας, κατά την τότε χωρίς δένδρα μορφή της, και στη θέση του σημερινού ξενοδοχείου ‘Διόσκουροι’. Εκεί, στην ευρύχωρη αίθουσα του ισογείου, με θεατρικό πάρκο, γίνονταν οι δημόσιοι χοροί και οι συναυλίες και εκεί ανέβαζαν τα έργα τους περιοδεύοντες θίασοι ή μεμονωμένοι καλλιτέχνες…. ‘μοναδική περιοδική διασκέδαση των πολιτών’ [Λακεδαίμων, 25-1-1910]….Το ‘Κούτσειον’ είναι το κέντρο όπου συχνάζουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι στρατιωτικοί (του εδρεύοντος εδώ λόχου στρατού), ο επιστημονικός κόσμος της Σπάρτης και οι κυρίες της τότε υψηλής κοινωνίας.» Στο βιβλίο του Γεωργιάδη δημοσιεύεται μία κλασσική φωτογραφία του Κούτσειου το 1904, στην οποία σύμφωνα με την λεζάντα «διακρίνονται αξιωματικοί της εδρεύουσας τότε στρατιωτικής μονάδας στην Σπάρτη, με τις χαρακτηριστικές στολές εξόδου με μπέρτες, αλλά και κυρίες με κρινολίνα και καπέλα μόδας της εποχής, καθώς και σοβαροί κύριοι, κουμπωμένοι ως πάνω, με αυστηρή έκφραση: γιατροί ίσως ή δικηγόροι.» Στη φωτογραφία είναι και ο ίδιος ο Γιωργάκης Κούτσης. Η φωτογραφία, που προέρχεται από το ιστορικό φωτογραφείο Γεωργιάδη, δημοσιεύεται και στο λεύκωμα του Φώντα Λάδη, Η Σπάρτη ανάμεσα σε τρεις αιώνες, 1834-2003, έκδοση του Δήμου Σπαρτιατών, σς. 96-97. Στο ίδιο λεύκωμα, σ.119, δημοσιεύεται και καταχώρηση του «Κούτσειου» σε εφημερίδα, με το εξής νεωτεριστικό για την εποχή περιεχόμενο: «Υδροθεραπευτικόν κατάστημα εν Σπάρτη, Γεωρ. Κούτση, Τελειότης επιστημονική πραγματικώς. Όλα τα είδη των λουτρών ανεξαιρέτως, και αι τιμαί των εκτός συναγωνισμού. Ντους ψυχρά και σκωτικά, θερμά απλά, θειούχα σιδηρούχα, αλκαλικά και πιτυρούχα, αλατούχα και αμυλούχα, αρωματικά, τουρκικά και ρωσσικά, ημίλουτρα του στομάχου.»

Το «Κούτσειον» υπήρξε κέντρο της σπαρτιατικής κοινωνικής ζωής επί δεκαετίες, μετά δε τον θάνατο του Γιωργάκη Κούτση το 1920 ενοικιάστηκε από την οικογένεια στο υπουργείο Παιδείας και στέγασε το Γυμνάσιο Σπάρτης, ενώ αργότερα στέγασε την Αστυνομική Διεύθυνση Λακωνίας. Το 1960 η Αστυνομία εγκατέλειψε το κτίριο, και το «Κούτσειον», που ήταν πλέον ερείπιο, κατεδαφίστηκε από τους απογόνους του Κούτση και στην θέση του οικοδομήθηκε το ξενοδοχείο «Διόσκουροι».

Πίσω ακριβώς από το «Κούτσειον» υπήρχε μία διώροφη νεοκλασσική μονοκατοικία, στην οποία διέμενε ο Κούτσης με την οικογένειά του τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέχρι τον θάνατό του. Η μονοκατοικία αυτή κατεδαφίστηκε από τους απογόνους του Κούτση το 1975 και στην θέση της οικοδομήθηκε το (κλειστό πλέον) ξενοδοχείο «Λήδα».

Ο Γεώργιος Κούτσης δαπάνησε μεγάλο μέρος της τεράστιας περιουσίας του σε ευρύτατο φιλανθρωπικό έργο, το δε 1909 προσεφέρθη, σε συνεργασία με άλλου Σπαρτιάτες προύχοντες, όπως τον δήμαρχο Κοπανίτσα, να χρηματοδοτήσει την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής Τριπόλεως-Σπάρτης που ουδέποτε μέχρι σήμερα πραγματοποιήθηκε.

Με τον θάνατο του Γεωργίου Κούτση το 1920 και την μετακίνηση της χήρας του Μαρίνης και των τέκνων του Στέλλας και Ρόηςστην Αθήνα, καθώς και την προηγηθείσα μετακίνηση των απογόνων του Μιχαήλ Κούτζη επίσης στην Αθήνα ή σε άλλες χώρες, εξαφανίζεται από την Λακωνία η ιστορική οικογένεια, έχοντας διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο επί έναν αιώνα. Από την τεράστια περιουσία του Γεωργίου Κούτση απέμεινε μόνον το οικόπεδο στην γωνία των οδών Λυκούργου και Ατρειδών, όπου βρισκόταν το «Κούτσειον», και από πίσω μία νεοκλασσική μονοκατοικία (σήμερα ξενοδοχεία Διόσκουρο και Λήδα), και ένα μικρό οικόπεδο στην περιοχή προς την Μαγούλα, το οποίο οι απόγονοι του Κούτση εδώρησαν στην Μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης.

Η οικογένεια Κούτση άφησε έντονα τα ίχνη της στην αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του Μυστρά και της Σπάρτης. Στον Μυστρά ακόμα και σήμερα το μεγαλύτερο, επιβλητικώτερο και πιο εντυπωσιακό κτίσμα είναι η κατοικία των Κούτσηδων το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνος, το αρχοντικό Λεοντσίνι (μετέπειτα ιδιοκτησία Σαρσέντη και σήμερα ιδιοκτησία Εφραίμογλου). Στο αρχοντικό αυτό φιλοξενήθηκε ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄. Στον δρόμο Σπάρτης-Τρύπης-Καλαμάτας δεσπόζει ο Κοκκινόπυργας, κτίσμα νεογοτθικού ρυθμού από κόκκινη πέτρα, που οικοδόμησε ο Αλέξης Κούτσης στα μέσα του 19ου αιώνος και δόθηκε γύρω στο 1870 ως προίκα της Αναστασίας Κούτση στον γάμο της με τον μετέπειτα δήμαρχο της Σπάρτης Περικλή Σαλβαρά (από τότε αποτελεί ιδιοκτησία της οικογένειας Σαλβαρά και των απογόνων της). Στην οδό Ευαγγελιστρίας υψώνεται ακόμα και σήμερα, δυστυχώς σε ερειπιώδη κατάσταση, η εκπληκτικού κάλλους νεοκλασσική μονοκατοικία του Κούτση, η οποία επωλήθη το 1916 στον μετέπειτα δήμαρχο Γκορτσολόγο. Λίγο παραπάνω, ακριβώς απέναντι από την Ευαγγελίστρια, από το 1885 μέχρι το 1960, δέσποζε το εμβληματικό «Κούτσειον», ως καφέ-σαντάν αρχικά, μετά ως Γυμνάσιο και τελικά ως Αστυνομική Διεύθυνση Λακωνίας.

Ζάκυνθος και Ηλεία, το τέρμα μίας μακράς διαδρομής

Οι Κούτσηδες της Ζακύνθου, ή τουλάχιστον ένα μέρος τους, πιθανόν προέρχονται (όπως η Αγγελική Κούτση, μεταφέροντας την αφήγηση του πατέρα της, μας πληροφόρησε) από τον κλάδο των Σπετσών μέσω Μάνης. Κάποιοι Κούτσηδες, σύμφωνα με την εκδοχή αυτή, μετακινήθηκαν αρχικά στην Μάνη, μετά τον φόνο της Μπουμπουλίνας, και εν συνεχεία στην Ζάκυνθο. Αυτή η πιθανότητα ενισχύεται από το γεγονός ότι στην ζακυνθινή οικογένεια Κούτση υπάρχει το χαρακτηριστικό μανιάτικο βαφτιστικό Πιέρρος.

Αν ισχύει αυτή η εκδοχή, τότε κάποιος Κούτσης μετακινήθηκε από τις Σπέτσες στον Μυστρά και από εκεί στην Μάνη. Από την Μάνη οι απόγονοί του πήγαν στην Ζάκυνθο. Απαιτείται ασφαλώς ενδελεχής έρευνα των μανιάτικων και ζακυνθινών αρχείων για να διευκρινιστεί αυτό το ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, ο ζακυνθηνός Ιωάννης Κούτσης (σήμερα, το 2015, 94 ετών) μας είπε ότι ο πατέρας του Χρήστος, που είχε αδελφό Πιέρρο, γεννήθηκε στην Ζάκυνθο, όπως και ο παππούς του, ο Νικόλαος Κούτσης. Χρονολογικά ο Νικόλαος πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα μέσα του 19ου αιώνος. Οπότε, αν πράγματι ισχύει η εκδοχή της προέλευσης από Μάνη, πιθανόν ο Νικόλαος Κούτσης της Ζακύνθου προέρχεται από κάποιους Κούτσηδες που μετακινήθηκαν στον Μυστρά λόγω του φόνου της Μπουμπουλίνας (όπως π.χ. ο εξαφανισμένος Νικήτας ή ο Αναγνώστης ή κάποιος άλλος που δεν γνωρίζουμε) .

Την καταγωγή των Κούτσηδων της Ζακύνθου από τους Σπετσιώτες Κούτσηδες μου επιβεβαίωσε αναπάντεχα ο 83χρονος Ανδρέας Κούτσης του Διονυσίου από το Κατάκωλο. Στην Ηλεία, και ιδιαίτερα στο Κατάκωλο λόγω εγγύτητας προς την Ζάκυνθο, υπάρχουν πολλοί Ζακυνθηνοί Κούτσηδες, εσωτερικοί μετανάστες, που δημιούργησαν πολυάνθρωπη ζακυνθηνή παροικία στην Ηλεία στις αρχές του Εικοστού Αιώνα. Διατηρούν μάλιστα ακέραιη την ζακυνθηνή τους προφορά.

Ο Ανδρέας Κούτσης, λοιπόν, με διαβεβαίωσε ότι στην οικογένειά του αποτελεί κοινή οικογενειακή ανάμνηση, μεταφερόμενη από γενιά σε γενιά, ότι οι ζακυνθηνοί Κούτσηδες προέρχονται από τις Σπέτσες, από τις οποίες έφυγαν λόγω του φόνου της Μπουμπουλίνας! Μάλιστα, ο πατέρας του του έλεγε ότι «είμαστε παλληκαράδες γιατί σκοτώσαμε την Μπουμπουλίνα»!

Συμπέρασμα: η έσχατη μετακίνηση της οικογένειας Κούτση πραγματοποιήθηκε στην Ηλεία, κλείνοντας έτσι έναν κύκλο.


[Υπάρχουν ασφαλώς και μεταγενέστερες μετακινήσεις Κούτσηδων από το Δυρράχιο προς την νότια και δυτική Ελλάδα. Π.χ. ένας κλάδος των Κούτσηδων της Ζακύνθου προέρχεται κατ’ ευθείαν από την Βόρειο Ήπειρο, όπως προκύπτει από το γενεαλογικό δέντρο του Γιώργου Κούτση (επιχειρηματία, γεννημένου το 1964 στην Αθήνα). Η οικογένειά του μετώκησε στο Μουζάκι Ζακύνθου την περίοδο του Αλή-Πασά, για να αποφύγει τους διωγμούς. Ένας Κούτσης συμβολαιογράφος της εποχής (νοδάρος) μετανάστευσε από την Βόρειο Ήπειρο στην Ζάκυνθο, ο γυιός του Ανδρέας ήταν ιερέας στο Μουζάκι και οι απόγονοί του (Νικόλαος, Γεώργιος, Δημήτριος) ήταν όλοι γιατροί. Είναι ενδιαφέρον, όμως, ότι και αυτοί οι Κούτσηδες υπήρξαν εξέχοντα μέλη των κοινωνιών όπου έζησαν.]


Οι Κούτσηδες της Κεφαλληνίας, για τους οποίους δεν διαθέτω πληροφορίες, πιθανόν προέρχονται από τους Ζακυνθηνούς ή πάλι από τους εκ Βορείου Ηπείρου μετοίκους. Η σύζυγος του Σπύρου Κούτση από την Παλική, μας είπε, πάντως, ότι στην οικογένειά της «λένε ότι δεν είμαστε από δω». Άρα υπάρχει και εκεί κάποια ανάμνηση μετοικεσίας. Αφήνω ανοιχτά τα ερωτήματα αυτά για επόμενους ερευνητές της ιστορίας της συγκεκριμένης οικογένειας. Η ιστορική έρευνα ως γνωστόν δεν σταματάει ποτέ.

ο μεσαιωνικός κλάδος του Γεωργιτσίου

Μία ομάδα Κούτσηδων εγκαταστάθηκε, στα τέλη του Μεσαίωνα, στον βορειοδυτικό Ταϋγετο, στην Κοτίτσα, και στην συνέχεια μετεγκαταστάθηκε στο Γεωργίτσι το 1810. Ο παλαιός τυπογράφος Γιάννης Κούτσης (1924), που ερεύνησε ενδελεχώς την οικογενειακή του προέλευση, θεωρεί ότι ο κλάδος αυτός των Κούτσηδων έχει μεσαιωνική προέλευση, και μετακινήθηκε στον Ταύγετο το 1520 [Γιάννη Κούτση ΤΑ ΚΑΠΕΤΑΝΟΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΠΑΝΩ ΡΙΖΑΣ 1460-1830, Αθήνα 2013, σ. 49], δηλαδή συμπίπτει χρονολογικά με την αρχική διασπορά της κουτσέϊκης φάρας από την Βόρειο Ήπειρο μετά την κατάληψη της περιοχής από τους Οθωμανούς.

Η οκογένεια Κούτση του Γεωργιτσίου κατείχε μεγάλη κτηματική περιουσία και συμμετείχε πρωταγωνιστικά τόσο στα Ορλωφικά όσο και στην Επανάσταση του Εικοσιένα.

Το ενδιαφέρον είναι ότι οι απόγονοι των Κούτσηδων του Γεωργιτσίου διατηρούσαν στενές οικογενειακές σχέσεις με τους Κούτσηδες του Μυστρά (η Σοφία Μήνη-Κούτση αποκαλούσε την μάμμη μου Στέλλα Μελετοπούλου κόρη του Γεωργίου Κούτση «θεία Στέλλα»), κάτι περίεργο αν πράγματι η συγγένεια ανάγεται στον 16ο αιώνα!

Η Κοτίτσα καταστράφηκε ολοσχερώς από τα στίφη των Τουρκαλβανών στα Ορλωφικά το 1770. Φαίνεται ότι, μετά από τα γεγονότα, οι Κούτσηδες μετακινήθηκαν στο Γεωργίτσι. Γύρω στο 1810 ιδρύθηκε το πρώτο κουτσέϊκο σπίτι στο Γεωργίτσι, στην πλατεία (το 1909 οικοδομήθηκε νέο, πέτρινο κουτσέϊκο, νεοκλασσικό). Αλλά και από εκεί συμμετείχαν πρωταγωνιστικά στην Επανάσταση του Εικοσιένα.

Ο Ηλίας Κούτσης, ο παλαιότερος που μνημονεύεται από ατην την οικογένεια, γέννησε 7 κορίτσια και δύο αγόρια, τον Θανάση και τον Γιώργο. Ο Θανάσης από πρώτο γάμο έκανε τον δημοσιογράφο και συγγραφέα στις ΗΠΑ (Πίτσμπουργκ) Ηλία Κούτση και 3 κορίτσια. Από δεύτερο γάμο έκανε τους Γιάννη (1924), Παναγιώτη (1927) και Θανάση (1929). Ο Γιάννης έκανε τον Θανάση (1966), κοινωνιολόγο και δημοσιογράφο, και μία κόρη. Ο Γιώργος έκανε τον οδοντίατρο Θανάση (1890) και δύο αδελφές. Ο Θανάσης έκανε την Σοφία, σύζυγο του αξιωματικού της Αεροπορίας και αντιστασιακού Αναστασίου Μήνη (1930), άλλα δύο κορίτσια, μία εξ αυτών οδοντίατρο, και τον οδοντίατρο Γιώργο, στις ΗΠΑ (Νέα Υόρκη).

Άλλοι Κούτσηδες

Το επώνυμο Κούτσης συναντάται σποραδικά και σε άλλα σημεία της Ελλάδας αλλά και της Βαλκανικής (να μην συγχέεται με το επώνυμο «Κουτσής»). Για παράδειγμα, εντόπισα στα Ιωάννινα τον Κωνσταντίνο Κούτση, καταγόμενο από την Βούρμπιανη, που όμως δεν διέθετε κάποια πληροφορία για την απώτερη καταγωγή της οικογένειάς του. Αυτός μου είπε ότι ήταν ο μόνος Κούτσης στα Ιωάννινα, μέχρις ότου, μετά την πτώση του καθεστώτος Χότζα στην γειτονική Αλβανία, πλήθος Αλβανών Κούτσηδων εισέρρευσαν στην πόλη! Επομένως, λοιπόν, στην Αλβανία υπάρχει το επώνυμο, αλλά προφανώς αφορά τους καταγόμενους από το Κούτσι, οι οποίοι φυσικά δεν έχουν καμμία σχέση με το μεσαιωνικό ελληνικό γένος των Κούτσηδων.

Σήμερα, με την μεταπολεμική εσωτερική μετανάστευση, οι περισσότεροι Κούτσηδες όλων των κλάδων ζουν στην Αθήνα, διατηρώντας όμως ισχυρές μνήμες από την καταγωγή τους.

Πηγές-Βιβλιογραφία

Περί της οικογενείας Κούτση Μυστρά-Σπάρτης

-Διηγήσεις Στέλλας Μελετοπούλου (1901-1972) κόρης Γεωργίου Κούτση, στον συγγραφέα του άρθρου.

-Γενεαλογικό Σημείωμα Στέλλας Μελετοπούλου κόρης Γεωργίου Κούτση.

-Αρχείο οικογένειας Μελέτη Κ. Μελετόπουλου.

-8 συμβόλαια αφορώντα αγοραπωλησίες περιουσιακών στοιχείων του Γεωργίου Κούτση, επικυρωμένα αντίγραφα από το Υποθηκοφυλάκειο Σπάρτης. Αναστασία Λαδοπούλου (κλάδος Μυστρά).

-Πληροφορίες από τον δικηγόρο Δημήτριο Κοπανίτσα.

-Πληροφορίες από την συμβολαιογράφο Αντιόπη Κυρούση και την μητέρα της, κόρη του δήμαρχου Σπάρτης Ηλία Γκορτσολόγου.

-ΓΑΚ Σπάρτης, διευθύντρια Πέπη Γαβαλά (κλάδος Μυστρά).

-ΓΑΚ Αθηνών για εκλογικούς καταλόγους Μυστρά (συλλογές Βλαχογιάννη, Βουλής, Λαδά).

-Νίκος Γεωργιάδης, Περί Σπάρτης, εκδ. Ιδιομορφή, Σπάρτη 2004 .

-Πέπη Γαβαλά, Αρχείο Αντωνίου Σαλβαρά, αναλυτικό ευρετήριο, τόμος Α΄, Σπάρτη 2001, τόμος Β΄, Σπάρτη 2012.

-Πέπη Γαβαλά-Μαρία Στελλάκου, Αρχεία πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης νομού Λακωνίας (1862-2004), συνοπτικό ευρετήριο, εκδόσεις Ιδιομορφή, Σπάρτη 2008.

-Φώντας Λάδης, Η Σπάρτη ανάμεσα σε τρεις αιώνες, 1834-2002, έκδοση Δήμου Σπαρτιατών, Σπάρτη 2002.

- Π. Αϊβαλή Μυστράς: ταξίδι στον χρόνο, Αθήνα 2006


Περί της οικογενείας Κούτση Σπετσών


-Πληροφορίες από Φίλιππο Δεμερτζή-Μπούμπουλη (κλάδος Σπετσών).

-Πληροφορίες από Δανάη Κούτση (κλάδος Σπετσών).

-Γενεαλογικό Δένδρο οικογενείας Κούτση από Δανάη Κούτση (κλάδος Σπετσών).

-Πληροφορίες από τον αρχιτέκτονα Γιάννη Κούτση και τον υιό του ιατρό Γεώργιο Κούτση(κλάδος Σπετσών).

-ΓΑΚ Ύδρας- Σπετσών (υπεύθυνοι κ.Αδαμοπούλου-κΚαλαφάτης) έγγραφα περί Γεώργη και Ιωάννη Κούτζη, υιών Χριστόδουλου, και πολεμικής δράσεώς τους κατά την Επανάσταση.

 

Περί της οικογενείας Κούτση Γεωργιτσίου


-Πληροφορίες από Σοφία Μήνη-Κούτση.

-Πληροφορίες από Αθανάσιο Κούτση.

-Πληροφορίες από Γιάννη Κούτση.

-Πληροφορίες από κοινωνιολόγο Θανάση Κούτση.

-Γιάννη Κούτση, Τα καπετανοχώρια της απάνω ρίζας, 1460-1830, Αθήνα 2013

 

Περί της οικογενείας Κούτση Καλαμάτας


-ΓΑΚ Καλαμάτας, έγγραφα για οικογένεια Κούτση (κλάδο Καλαμών), διευθύντρια κ. Μηλίτση).

-Πληροφορίες από Σταυρούλα Χρυσομάλλη (Καλαμάτα, για κλάδο Καλαμάτας).

 

Περί της οικογενείας Κούτση Ζακύνθου


-Πληροφορίες από Αγγελική Κούτση (κλάδος Ζακύνθου).

-Πληροφορίες από Γιάννη Κούτση (Ζάκυνθος, κλάδος Ζακύνθου).

-Πληροφορίες από Ανδρέα Κούτση του Διονυσίου (κλάδος Ζακύνθου-Ηλείας).

-Πληροφορίες από Γιώργο Κούτση (κλάδος Ζακύνθου από Ήπειρο).

 

Περί της καταλήψεως της Πελοποννήσου από τον Αλή-Κιουμουρτζή


-Benjamin Brue, Journal de la champagne que le Grand Vesir Ali Pacha a faite en 1715 pour la conquete de la Moree, Paris, librairie-editeur Ernest Thorin, 1870, φωτογραφική ανατύπωση από βιβλιοπωλείο Νότη Καραβία, Αθήνα ΜCMLXXVI.

-Συμφορά και αιχμαλωσία Μωρέως σταχυολογηθείσα παρά Μάνθου Ιωάννου του εξ Ιωαννίνων, Βενετία, εκ του ελληνικού τυπογραφείου ο Φοίνιξ, 1875, φωτογραφική ανατύπωση από βιβλιοπωλείο Νότη Καραβία, Αθήνα ΜCMLXXΧ.

-Κωνσταντίνος Σάθας, Τουρκοκρατουμένη Ελλάς, Αθήνησι, εκ της τυπογραφίας των τέκνων Ανδρέου Κορομηλά, 1869, φωτογραφική ανατύπωση από βιβλιοπωλείο Νότη Καραβία, Αθήνα ΜCMLXXΧΧ.

-Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών.

 

Περί Παπάζογλου ή Παπάζολη


=W.M.Leake, Travels in Morea, τόμος ΙΙ, Λονδίνο 1830, σ.100.

-Κυριάκου Στάππα Η Λακωνία κατά την Τουρκοκρατίαν και Ενετοκρατίαν, 1460-1821, Αθήναι 1993

- Πέπη Γαβαλά, πρώτος τόμος του Αρχείου Σαλβαρά, Α’ Τόμος, σ. 26, Επιτροπικό Έγγραφο της 1ης -3-1787

 

Περί των κατοίκων του Μυστρά τον 19ο αιώνα


-ηλεκτρονικό αρχείο υπό τον τίτλο MISTRAS, Municipality of Sparta, Laconia, Greece - FREE translation of 1872 General Election List δημοσιευμένο στο Διαδίκτυο.

-Πέπη Γαβαλά, Αρχείο Δημητρίου Σαλβαρά, δημοσιευμένο στο διαδίκτυο.

-εκλογικοί κατάλογοι Μυστρά 1843, 1872 και 1873, από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους Αθηνών.

- Κυριάκου Στάππα Η Λακωνία κατά την Τουρκοκρατίαν και Ενετοκρατίαν, 1460-1821, Αθήναι 1993

 

Περί της νεωτέρας Σπάρτης


=Βασίλη Γεωργιάδη, Περί Σπάρτης, εκδόσεις Ιδιομορφία Σπάρτη 2015.

=Η Σπάρτη ανάμεσα σε τρεις αιώνες, λεύκωμα, επιμέλεια Ξενοφών Λάδης, Ξανθίππη Μίχα –Μπανιά, Μνήμες 2002.


Περί της δολοφονίας της Μπουμπουλίνας


-πληροφορίες από τον Νικόλαο Βασιλάτο του Γεράσιμου, ιστορικό ερευνητή-δικηγόρο.

-πληροφορίες από την ερευνήτρια Ελένη Κεκροπούλου, συγγραφέα του έργου Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, εκδόσεις Ωκεανός

 

Αρχική πηγή εκκίνησης


Παραθέτω ολόκληρο το χειρόγραφο κείμενο της Μάμας μου Στέλλας Μελετοπούλου, κόρης Γεωργίου Κούτση, για την οικογένεια Κούτση.


Κατέβηκαν στις Σπέτσες από την Βόρειο Ήπειρο επί Τουρκοκρατίας η οικογένεια Κούτση και άλλοι έμειναν εκεί έχοντας βαπόρια άλλοι έφθασαν στην Καλαμάτα και απ’ εκεί στα Πισινά χωριά και στον Μυστρά. Στην Καλαμάτα έμειναν ο Γιαννάκης και ο Παναγιώτης, στον δε Μυστρά ήλθαν ο Μιχάλης και ο Αλέξης.


παιδιά του Μιχάλη

Γεώργιος σύζυγος Παρασκευούλα

παιδιά τους Θεόδωρος, Μίχος, Ηρακλής, Κωστής, Μαρία, Αλέκος


Κατίγκω Γιαννουλοπούλου

παιδιά Παναγιωτάκης, Μιχάλης


Ελένκω Καλιώρα

Θανάσης παιδί τους

 

παιδιά του Αλέξη

Μαργαρίτα Αν. Κορφιωτάκη

Ελένκω Ανδριτσάκη (Μαρίκα, Τζίνα, Σπάρτη, Αλέκος, Αναστάσης, Θανάσης)

Αναστασία Π. Σαλβαρά άκληρη

Σαράντος

Γεώργιος σύζ. Μαρίνη

Παιδιά τους Στέλλα Μελετοπούλου, Ρόη, Αλέκος