Another great RocketTheme Joomla Template brought to you by the RocketTheme Joomla Template Club.
Οι Μελετόπουλοι, παλαιά λακωνική πολιτική οικογένεια. Εκτύπωση E-mail
Έρευνα που διεξήγαγε επί εξάμηνο από πηγές και βιβλιογραφία γιά την ιστορία της οικογενείας του το 2013 ο Μελέτης Η. Μελετόπουλος, Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, εκπαιδευτικός, συγγραφέας.

O Μελέτης Καπετάνιος από την Αττική, μέτοικος στον Μυστρά της Ενετοκρατίας

Στα τέλη της Φραγκικής κυριαρχίας στην Λακωνία, υπήρχε ακόμη η μεσαιωνική Λακεδαιμονία, που ήταν η μετεξέλιξη της αρχαίας Σπάρτης. Οι Φράγκοι ηγεμόνες, προκειμένου να την προστατεύσουν από επιθέσεις και επιδρομές, κατασκεύασαν το 1249 ισχυρό φρούριο στον στρατηγικό λόφο του Μυστρά. Λόγω της γεωπολιτικής ρευστότητας που επικρατούσε στην Πελοπόννησο, ο Μυστράς απορρόφησε σταδιακά την πόλη της Λακεδαιμονίας. Κατά την εποχή των Παλαιολόγων, που παρέλαβαν τον Μυστρά από τους Φράγκους με συνθήκη την άνοιξη του 1262, ο Μυστράς εξελίχθηκε σε συμπρωτεύουσα του ύστερου Βυζαντινού κράτους. Είχε πολυπληθή πληθυσμό και σημαντικό πολιτισμό, που έχει καταγραφεί ως η Παλαιολόγεια Αναγέννηση, πρόδρομος της Φλωρεντινής Αναγέννησης. Ύστερα ήρθε η Τουρκοκρατία, όταν κατά δραματική ιστορική σύμπτωση στις 29 Μαϊου του 1460, κατά την έβδομη επέτειο της Αλώσεως, έφθασαν τα τουρκικά στρατεύματα στην κοιλάδα της Λακεδαίμονος και ο Δεσπότης (κυβερνήτης) του Μυστρά Θωμάς Παλαιολόγος παρέδωσε την καστροπολιτεία στον ίδιο τον Μωάμεθ. Στο παλάτι των Παλαιολόγων εγκαταστάθηκε Τούρκος διοικητής (πασάς) και η μακρά, σκοτεινή περίοδος της δουλείας άρχισε.

Βασικός αντίπαλος των Οθωμανών σε όλους τους αιώνες της Τουρκοκρατίας υπήρξε η Ενετία. Σε όλη την διάρκεια της οθωμανικής ακμής, η Ενετία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχαν αποδυθεί σε αγώνα μέχρις εσχάτων για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Την οθωμανική κυριαρχία διέκοπταν έτσι οι συνεχείς ενετοτουρκικοί πόλεμοι. Σ’ έναν απ ’αυτούς, το 1465, ο Σιγισμούνδος Μαλατέστα κατέλαβε στιγμιαία τον Μυστρά και φεύγοντας πήρε μαζί του το σκήνωμα του Πλήθωνα. Το 1570 οι Τούρκοι κατέλαβαν από τους Ενετούς την Κύπρο, το 1571 οι Ενετοί μαζί με τους συμμάχους τους καταναυμάχησαν τον οθωμανικό στόλο στην Ναύπακτο, το 1669 οι Τούρκοι κατέλαβαν την ενετοκρατούμενη Κρήτη. Το 1684, ο Ενετός αρχιστράτηγος Φραντσέσκο Μοροζίνι επιτέθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία είχε ήδη υποστεί ισχυρό κλονισμό με την ήττα της στην Βιέννη το 1638. Μέχρι τον Αύγουστο του 1687, ο Μοροζίνι είχε καταλάβει ολόκληρη την Πελοπόννησο, μαζί με τον Μυστρά. Οι Ενετοί είχαν έρθει για να μείνουν, οπότε οργάνωσαν μεθοδικά τα θεμέλια της κυριαρχίας τους. Ένα από αυτά ήταν η απογραφή του πληθυσμού των κατακτημένων περιοχών.

Στην ενετική, λοιπόν, απογραφή του πληθυσμού της Πελοποννήσου από τον Γενικό Προβλεπτή Fransesco Grimani, το 1699, ο Μυστράς αναφέρεται ως επαρχία η οποία «εμπεριέχει την Χρύσαφαν και το Έλος. Εις την πεδιάδα του Μιστρά υπό του Ευρώτα και άλλων μικρών ποταμών διαρρεομένην, φέρονται τα ίχνη της αρχαίας Σπάρτης. Οι κάτοικοι είνε ομιλητικώτατοι και φιλόξενοι.». Την εποχή της απογραφής του Grimani, η Ενετία είχε κερδίσει, μετά από πολυετείς αγώνες, τον πρώτο γύρο με την Συνθήκη του Κάρλοβιτς (26 Ιανουαρίου 1699), προσαρτώντας και τυπικά εκτεταμένες περιοχές στην νότια Ελλάδα, με κυριώτερη την Πελοπόννησο. Αλλά η κατάσταση ανατράπηκε με την Συνθήκη του Πασσάροβιτς (21 Ιουλίου 1718), οπότε η Πελοπόννησος επέστρεψε στην οθωμανική κυριαρχία, ενώ είχε προηγηθεί το 1715 η στρατιωτική ανάκτησή της από τον Μεγάλο Βεζύρη Αλή-Κιουμουρτζή.

Στο μεσοδιάστημα λοιπόν μεταξύ των δύο συνθηκών, κατά την βραχεία διάρκεια της Ενετικής κυριαρχίας, οι πάντα συστηματικοί και έμπειροι στην διακυβέρνηση Ενετοί, θεωρώντας ότι η παρουσία τους θα έχει μακρύ ορίζοντα, καταγράφουν τους πληθυσμούς της Πελοποννήσου.

Στο κλασσικό για την λακωνική ιστορία έργο του Η ΣΠΑΡΤΗ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ, που εκδόθηκε στην Νέα Υόρκη από τον ΕΘΝΙΚΟ ΚΗΡΥΚΑ το 1922, ο Γυμνασιάρχης Παναγιώτης Δούκας δημοσιεύει την αναφορά των κατοίκων της Σπάρτης Λακεδαίμονος, όπως αυτοαποκαλούνται, με ημερομηνία 11 Μαίου 1694, με την οποία αιτούνται στις ενετικές αρχές να τους επιτραπεί να σχηματίσουν κοινοτική αυτοδιοίκηση με αιρετά όργανα. Στην αίτηση περιλαμβάνεται κατάλογος των κατοίκων «εν τη Κοινότητι της Λακεδαίμονος», τον οποίον συμπληρώνουν δύο ακόμη ολιγάριθμες κατηγορίες: «ονόματα Αθηναίων εγγεγραμμένων», δηλαδή μετοίκων από την Αττική, και «άλλοι του Μιστρά». Οι μετοικήσεις άλλωστε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν συνηθισμένες, τόσο σε ειρηνικές περιόδους όσο και σε πολεμικές.

Στα ονόματα των Αθηναίων που είχαν μετεγκατασταθεί στον Μυστρά, συνολικά 9 (πολλά εμφανώς αρβανίτικα, όπως Δημήτριος Τόγια κ.ά.), υπάρχει η καταγραφή «Μελέτης Καπετάνιος». Αυτόν ο ιστορικός Α. Φωτόπουλος αναφέρει στο επιστημονικό σύγγραμμά του ΟΙ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ [εκδόσεις Ηρόδοτος, 2005, σ.139], ως «γενάρχη των Μελετοπούλων». Προφανώς το επώνυμο Μελετόπουλος προήλθε από τον άγνωστο αυτόν (μάλλον οπλαρχηγό, λόγω της καταγραφής «Καπετάνιος») καπετάν Μελέτη. Και προφανώς ήταν Αρβανίτης, αφού το Μελέτης είναι συνηθέστατο βαπτιστικό των εξελληνισμένων αλβανικών πληθυσμών της Αττικής. Η Μονή του Οσίου Μελετίου στον Κιθαιρώνα, πράγματι, λειτούργησε ως μηχανισμός εξελληνισμού των μετοίκων Ιλλυριών, που κατέκλυσαν την νότιο Ελλάδα και τα νησιά του Δυτικού Αιγαίου και του Αργοσαρωνικού τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας [ο Όσιος Μελέτιος ο Νέος γεννήθηκε κατά το έτος 1035 μ.Χ. στο χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας, έφυγε από το πατρικό του σπίτι έχοντας μοναχική κλίση και πορεύθηκε στην Κωνσταντινούπολη, αργότερα στην Θεσσαλονίκη και έπειτα στην Θήβα στη Μονή του Αγ. Γεωργίου. Στην συνέχεια τον συναντάμε στην Μονή Σαγματά και αργότερα στον Κιθαιρώνα όπου ανεγείρει Ιερά Μονή. Ο Όσιος Μελέτιος, αφού έλαμψε δια της πνευματικής του ασκήσεως, απεβίωσε ειρηνικά το 1105 μ.Χ. σε ηλικία εβδομήντα ετών. Η Τιμία Του Κάρα βρίσκεται στην ομώνυμη Ι. Μονή στον Κιθαιρώνα.].

Δεν γνωρίζουμε πολλά για τον μέτοικο Μελέτη Καπετάνιο, σε εποχή μάλιστα από την οποία τα σωζόμενα αρχεία είναι λίγα ή ανύπαρκτα, λόγω των καταστροφών από τους Τούρκους. Απροσδόκητα, όμως, υπάρχουν δύο αναφορές σε αυτόν, και μάλιστα με χρονική απόσταση μεταξύ τους, στα αρχεία της Βενετίας, όπως μεταφράστηκαν και δημοσιεύθηκαν από τους Κωνσταντίνο Μέρτζιο και Θωμά Παπαδόπουλο στον δωδέκατο τόμο του επιστημονικού περιοδικού ΛΑΚΩΝΙΚΑΙ ΣΠΟΥΔΑΙ (περιοδικόν σύγγραμμα της εταιρείας Λακωνικών Σπουδών), Αθήνα 1994, υπό τον τίτλο «Ο Μυστράς και η περφέρειά του εις τα αρχεία της Βενετίας κατά την Ενετοκρατίαν (1687-1715). Εκεί, λοιπόν, δημοσιεύεται «κατάσταση χωραφιών, αμπελώνων, ελαιών και άλλων οπωροφόρων δένδρων, οικιών και καταστημάτων που παρεχωρήθησαν στους κατωτέρω αναφερομένους Αθηναίους, στις αντίστοιχες περιοχές του Μορέως, από την γραμματεία των συνδίκων καταστιχαρίων, τον αξιότιμο γενικό προβλεπτή Τζένο και τον αξιότιμο προβλεπτή Μικιέλ, σύμφωνα με την απόφαση της 29 Ιουλίου 1684». Ακολουθεί κατάλογος με ημερομηνία 10-2-1695 με τίτλο «περιοχή Μυστρά-ευεργετηθέντες Αθηναίοι», όπου καταγράφεται και η κοινωνική τάξη του κάθε μέτοικου Αθηναίου (2η, 3η ή 4η, απουσιάζει παντελώς η 1η), και δίπλα τα αποκτήματα, κτήματα, οικοδομές κλπ., τα οποία προφανώς και όπως προκύπτει από άλλα σημεία των ενετικών αρχείων ανήκαν προηγουμένως σε εκδιωχθέντες Τούρκους.

Εκεί αναφέρεται, λοιπόν, ο Μελέτης Καπετάνος (sic), ως μέτοικος 2ας τάξεως, στον οποίον παραχωρούνται τρεις «αγροί καλλιεργούμενοι διά ζεύγους βοών», 20 «αμπέλια εκτάσεως εις zappade», 301 «ελιές και άλλα δένδρα» και δύο (οικίες και καταστήματα». Είναι φανερό ότι οι Αθηναίοι μέτοικοι, σύμμαχοι των Βενετσιάνων που τους εγκατέστησαν ως φίλιες δυνάμεις και έρεισμα της Ενετοκρατίας στον Μυστρά, αποκαταστάθηκαν με σημαντικά περιουσιακά στοιχεία Είναι επίσης φανερό ότι ο Μελέτης Καπετάνιος ήταν πρόσωπο ανώτερης κοινωνικής τάξης, που προσέφερε σημαντική στήριξη στους Ενετούς, γι’ αυτό και προικίστηκε με γενναιοδωρία από αυτούς.

Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να γνωρίζαμε εάν τα αποκτήματα αυτά βρίσκονταν στα Πικουλιάνικα, στην περιοχή που αποτελούσε την κτηματική βάση των Μελετόπουλων προεπαναστατικά, και η οποία καλείται μέχρι σήμερα «Μελετιάνικα».

Ακολουθεί νέο έγγραφο με ημερομηνία 23-2-1699, δηλαδή τέσσαρα χρόνια αργότερα, όπου περιγράφεται «πλειστηριασμός για τον φόρο εισαγωγών και εξαγωγών του Μυστρά, της Μονεμβασίας, των Μολάων, του Έλους και της σκάλας του Αγίου Γιαννάκη, για ένα έτος», όπου εμφανίζονται ως υποψήφιοι εκμισθωτές του φόρου ο Αναγνώστης Καφεντζής με 2.700 ρεάλια, ο Παναγιώτης Γούναρης με 240, ο Μελέτης Καπετάνιος (sic) με 2.810, ο Παναγιώτης Καφεντζής με 2.820, ο Γιαννάκης Καφεντζής με 2.050, και ο Νικόλαος Λούβρος με 3.060 ρεάλια, στον οποίον τελικώς επιδικάστηκε η εκμίσθωση.

Επομένως συνάγεται ότι ο μέτοικος Μελέτης Καπετάνιος διαθέτει σημαντικά χρηματικά κεφάλαια και συμμετέχει δυναμικά στην οικονομική ζωή της Ενετοκρατούμενης Πελοποννήσου, αφού ο έλεγχος των τελωνείων της Λακωνίας ήταν οικονομική δραστηριότητα μεγάλου βεληνεκούς. Επίσης, είναι φανερό ότι, από το 1694, που εμφανίζεται ήδη εγκατεστημένος στον Μυστρά ο Μελέτης Καπετάνιος, μέχρι το 1699, που συμμετέχει με μεγάλα κεφάλαια στον παραπάνω πλειστηριασμό, προόδευσε σημαντικά και κατέστη ισχυρός οικονομικός παράγων.

ο προεστός του Μυστρά και πρωταγωνιστής των Ορλωφικών Ιωάννης Μελιτάκης

Ο Φωτόπουλος, άριστος γνώστης της περιόδου της ύστερης Τουρκοκρατίας και ειδικά της τότε πελοποννησιακής κοινωνίας, συνδέει γενεαλογικά τον Μελέτη Καπετάνιο με τον Ιωάννη Μελετάκη ή Μελιτάκη (πιθανότατα πατέρας ή πάππος του). Ο τελευταίος υπήρξε επιφανής προεστός του Μυστρά το 1770 και πρωταγωνιστής των Ορλωφικών. Εγκατέλειψε την Πελοπόννησο τον Μάϊο του 1770, μαζί με τον ρωσσικό στόλο του Αλεξέϊ Ορλώφ. Ο Φωτόπουλος, παραπέμποντας στο έργο ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΡΙΤΗΣ (σύγγραμμα του 1768, με άγνωστο συγγραφέα), τον αναφέρει ως Ιωάννη Μελετάκη [έ. α., 46], ενώ ο Κυριάκος Στάππας, στο βιβλίο του Η ΛΑΚΩΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΝ ΚΑΙ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΝ [σ.188], τον αναφέρει ως Ιωάννη Μελιτάκη ή Κρεββατά, ενώ αλλού [στην σ.211] αναφέρει έναν Μελετάκη Κρεββατά [ο Φωτόπουλος, έ.α., σ.237, παραθέτει δημοτικό τραγούδι της εποχής των Ορλωφικών, στο οποίο αναφέρεται ένας Γιαννάκης Κρεββατάς ως κατής. Άγνωστo εάν ταυτίζονται ή όχι τα παραπάνω πρόσωπα, όπως και με έναν προεστό Χριστόδουλο Μελετόπουλο, του οποίου η περιουσία δημεύθηκε μετά τα Ορλωφικά, όπως αναφέρει ο Φωτόπουλος, έ.α., σ.247].

Η προσωπικότητα του προεστού Ιωάννη Μελιτάκη εξυμνείται από τον Ιωάννη Δούκα στο κλασσικό του έργο Η ΣΠΑΡΤΗ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ [σ.671, με παραπομπή στο ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΡΙΤΗΣ, αλλά το απόσπασμα παρατίθεται και από τον Σάθα, Η ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΣ, 1869, σ.466] ως πρωταγωνιστή των Ορλωφικών στον Μυστρά και εξέχουσα φυσιογνωμία της εποχής: «Από δε τους προεστώτας της Πελοποννήσου η κορωνίς των άλλων και η κρηπίς είναι ο γενναίος την ψυχήν Ιωάννης ο Μελιτάκης ο Σπαρτιάτης, όχι μυθώδες μαντείον της Μιλήτου, αλλά αυτόχρημα Σόλων της τεθλιμμένης Πελοποννήσου, αληθινός και δίκαιος δικαστής των πολιτικών πράξεων, διά μέσον του οποίου ακόμη εις την ζωήν το πυρπολημένον Βασίλειον του Μορέος. Τα ένδοξα έργα ενός τοιούτου υποκειμένου είναι τόσον θαυμάσια και τόσον μεγάλα, οπού με σέβας με παρακινούσι να ειπώ, Ίσως τολμήσει και ποτέ το χέρι να απλώσει-εκείνα οπού ηθέλησε τώρα να σημειώση.» Από την παραπάνω περικοπή προκύπτει σαφώς ότι ο Μελιτάκης ή Μελετάκης ήταν «κατής», δηλαδή τοπικός δικαστής, με τα σημερινά δεδομένα Ειρηνοδίκης (το αξίωμα του κατή εδίδετο και σε ευϋπόληπτους Χριστιανούς, κοινά αποδεκτές προσωπικότητες των κοινοτήτων).

Την σχέση του Ιωάννη Μελιτάκη ή Μελετάκη, προεστού του Μυστρά στα Ορλωφικά, με την οικογένεια του προεστού του Μυστρά το 1821 Μελέτη Μελετόπουλου, ενισχύει σχετική προφορική αναφορά του παππού μου Μελέτη Μελετόπουλου για προηγούμενο οικογενειακό επώνυμο «Μελετάκης». Αλλά ακόμη περισσότερο ενισχύεται από το γεγονός ότι το πατρογονικό οίκημα των Μελετόπουλων στον Μυστρά, περιγραφή του οποίου ακολουθεί αμέσως μετά, αναφέρεται από πηγές [Παναγιώτη Αϊβαλή, ΜΥΣΤΡΑΣ-ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ, έκδοση του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων με χορηγία του Ιδρύματος Νιάρχου] ως έδρα του τοπικού δικαστή, στην οθωμανική ορολογία «κατή», αξίωμα αντίστοιχο του σημερινού Ειρηνοδίκη, και το οποίο κατείχαν συχνά και Έλληνες. Το γεγονός ότι ο προεστός Μελιτάκης ή Μελετάκης ήταν «κριτής», δηλαδή δικαστής, ενισχύει την άποψη ότι ήταν ο πατέρας ή ο πάππος του προεστού Μελέτη Μελετόπουλου. Πιθανώς δε η μετατροπή του επωνύμου «Μελετάκης» σε «Μελετόπουλος» να συνδέεται με την συμμετοχή του προεστού Μελετάκη στα Ορλωφικά και την εν συνεχεία δίωξή του από τους Τούρκους, κατά την συνήθη πρακτική αλλαγής επωνύμου γιά λόγους αυτοπροστασίας.

οι Μελετόπουλοι προεπαναστατικά

Σε κάθε περίπτωση, τα επώνυμα Μελετάκης και Μελετόπουλος, βάσει των πελοποννησιακών κανόνων επωνυμοποιίας, προέρχονται προφανώς από τον προαναφερθέντα Μελέτη Καπετάνιο. Ο πρώτος πάντως καταγεγραμμένος με το επώνυμο Μελετόπουλος εμφανίζεται στα τέλη του 18ου αιώνος. Είναι ο τρίςπαππός μου προεστός (κοτζάμπασης) του Μυστρά και βεκίλης του Μοριά στην Κωνσταντινούπολη Μελέτης Μελετόπουλος, που αναφέρεται ενίοτε στις πηγές και ως «Μελέτιος» (χωρίς επώνυμο) ή «Μελέτιος Μυστριώτης». Υπήρξε ο ιδρυτής πολιτικής οικογένειας που έδρασε στην Σπάρτη από τα τέλη του 18ου μέχρι τις αρχές του Εικοστού Αιώνα. Τα στοιχεία για την ζωή του πριν την Επανάσταση, καθώς και την προέλευσή του, είναι περιορισμένα. Δεν καταγράφονται πουθενά ανιόντες συγγενείς ούτε αδέλφια. Στον Μυστρά της εποχής του άλλοι Μελετόπουλοι δεν υπάρχουν. Γνωρίζουμε μόνον τους απογόνους του (σε μία καταγραφή του ημερολογίου του υπασπιστή του Όθωνος, του Ρήγα Παλαμήδη, που αναδημοσιεύεται στο βιβλίο του Δημήτρη Κοπανίτσα ΕΝΑΣ ΠΡΟΕΣΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, Μ.Ι.Ε.Τ., 1998, σ.186, σχετικά με την επίσκεψη του Όθωνα στον Μυστρά τον Σεπτέμβριο του 1833, καταγράφεται, μεταξύ των προεστών που ξεπροβοδίζουν τον Όθωνα, ένας Γεώργιος Μελετόπουλος. Γυιό με αυτό το όνομα ο Μελέτης δεν είχε. Είτε πρόκειται για λανθασμένη αναγραφή του ονόματος του υιού και πολιτικού διαδόχου του Μελέτη, του Εμμανουήλ, είτε είναι η μοναδική καταγραφή κάποιου άγνωστου αδελφού ή άλλου συγγενούς του).

Το αρχοντικό των Μελετόπουλων στον Μυστρά σώζεται σήμερα, και μάλιστα σε εξαιρετική κατάσταση. Εγκαταλείφθηκε από την οικογένεια μετά την μετεγκατάστασή της στην νεόδμητη Σπάρτη το 1837 και την ανάληψη της πρώτης δημαρχίας της από τον Εμμανουήλ Μελετόπουλο. Μέλη πάντως της οικογένειας εξακολουθούσαν να ζουν εκεί και μετά την ίδρυση της νεώτερης Σπάρτης. Το 1915 η οικογένεια των Μελετόπουλων το πούλησε στην μυστριώτικη οικογένεια Καστάνη. Τότε στο σπίτι ζούσε μία γριά, που δεν είχε σχέση με την οικογένεια (ίσως παλαιά οικιακή βοηθός, ψυχοκόρη ή….καταληψίας της εποχής). Το σπίτι είναι άριστα ανακαινισμένο και συντηρημένο από την οικογένεια Καστάνη (σημερινός ιδιοκτήτης είναι ο εκπαιδευτικός κ. Αντώνης Παρασκευάκος το γένος Καστάνη, ο οποίος και μας παρέσχε πολύτιμες πληροφορίες). Το αρχοντικό διατηρεί την βασική του δομή και μαρτυρά τον πλούτο και την ισχύ της οικογένειας που το έχτισε, πιθανώς στα μέσα ή στα τέλη του 18ου αιώνος. Είναι περιτειχισμένο, έχει δίφυλλη πύλη, μεγάλο κήπο, κατώι και ανώι και βοηθητικά κτίσματα. Είναι άγνωστος ο χρόνος κατασκευής του. Σύμφωνα με την μαρτυρία του παλαιού Μυστριώτη παπα-Χρήστου στον Παναγιώτη Αϊβαλή, την οποία μου μετέφερε ο κ. Αντώνης Παρασκευάκος, και όπως προαναφέραμε, επί Τουρκοκρατίας ήταν έδρα του κατή, δηλαδή Ειρηνοδικείο-Πρωτοδικείο. Το αρχοντικό βρίσκεται στην έξοδο του οικισμού του Μυστρά προς την κατεύθυνση του βυζαντινού κάστρου, και είναι απέναντι ακριβώς από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είναι πολύ κοντά στα ερείπια του αρχοντικού Κοπανίτσα, άλλης σημαντικής οικογένειας προεστών, στενά συνδεδεμένης όπως θα φανεί παρακάτω με τους Μελετόπουλους.

Λίγα μέτρα παρακάτω από το ιστορικό αρχοντικό των Μελετόπουλων, στην έξοδο από τον νεώτερο οικισμό του Μυστρά και ακριβώς πάνω στην στροφή προς τον Βυζαντινό Μυστρά, στο κεφαλάρι που σχηματίζει ο μικρός καταρράκτης που έρχεται από τον Ταϋγετο και που ύδρευε τον Μυστρά της Τουρκοκρατίας, είναι κτισμένες σε σειρά κρήνες, που φέρουν τα ονόματα των κορυφαίων προεστών του Μυστρά (προφανώς, σύμφωνα με τα κοινοτικά έθιμα της εποχής, κατασκευάστηκαν με δαπάνη τους, ως προσφορά στην κοινότητα): η βρύση του Κρεββατά, η βρύση του Μελετόπουλου, η βρύση του Κοπανίτσα και η βρύση του Οικονομόπουλου.

Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Αϊβαλή, στο έργο του ΜΥΣΤΡΑΣ-ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ [έκδοση του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων με χορηγία του Ιδρύματος Νιάρχου, σς. 132-3], στην οικογένεια των Μελετόπουλων ανήκε η περιοχή γύρω από τον Αγιαννάκη στα Πικουλιάνικα. Τα κτήματα αυτά επωλήθησαν γύρω στο 1850 στην οικογένεια Βαχαβιώλου. Η περιοχή καλείται, σύμφωνα με το βιβλίο, μέχρι σήμερα Μελετέϊκα. Σύμφωνα με άλλη προφορική μαρτυρία που συνέλεξα προ ετών, η περιοχή ονομάζεται «Μελετιάνικα».

Σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, την οποία δεχόταν ο βουλευτής Λακωνίας Νικηταράς Βαρβιτσιώτης, επιστήθιος φίλος του παππού μου Μελέτη Μελετόπουλου, σε συζητήσεις στις οποίες ήμουν παρών κατά την εφηβική μου ηλικία, οι Βαρβιτσιώτηδες ήσαν προεπαναστατικά οπλαρχηγοί και, πριν εξελιχθούν σε οικογένεια πολιτευτών, ήσαν έμμισθοι σωματοφύλακες των Μελετοπουλαίων.

Αυτά σημαίνουν ότι η οικογένεια διέθετε πλούτο, προερχόμενο από γεωργικές προσόδους ή και εμπόριο. Μάλιστα εθρυλείτο η ύπαρξη στέρνας με «θησαυρό», δηλαδή απόθεμα χρυσών νομισμάτων (ο μακρινός θείος μου Δημήτριος-Μίμης Μελετόπουλος είχε προτείνει κάποτε στον παππού μου Μελέτη Μελετόπουλο να επιχειρήσουν από κοινού και μυστικά την ανεύρεσή του, κάτι που ο παππούς μου φυσικά απέρριψε).

ο προεστός του Μυστρά και μάρτυρας της Επανάστασης Μελέτης Μελετόπουλος

Για τον προεστό του Μυστρά κατά την Επανάσταση Μελέτη Μελετόπουλο (παππού του παππού του παππού μου), υπάρχουν κάποια σημαντικά ιστορικά τεκμήρια στο αρχείο της οικογένειας (ανέκδοτη αλληλογραφία, οικογενειακές προφορικές παραδόσεις) και αρκετές ιστορικές καταγραφές για την δράση του πριν την Επανάσταση. Ο Κ. Στάππας [Η ΛΑΚΩΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΝ, σ.448] τον αναφέρει ως «πολιτικό, έμπορο και γαιοκτήμονα». Η ακριβής ηλικία του δεν είναι γνωστή, αλλά η φράση του Αναγνώστη Κοπανίτσα, απευθυνόμενου προς τον Μελετόπουλο στις αρχές του 1821 (καθώς ανέβαιναν στην Τρίπολη για να προσφερθούν εθελοντικά ως όμηροι στους Τούρκους ως εγγύηση έναντι τυχόν επαναστατικής δραστηριότητας των Ελλήνων) «εμείς εφάγαμε τα ψωμιά μας», δείχνει, όπως επισημαίνει και ο Δούκας που αναφέρει την φράση [έ.α., σ.804], ότι «ήσαν υπερεξηκοντούτεις». Ως έτος γεννήσεως το 1760 με ερωτηματικό ανέφερε και ο παππούς μου Μελέτης Μελετόπουλος. Πάντως πρέπει να είχε γεννηθεί πριν από τα Ορλωφικά.

Από το οικογενειακό αρχείο σώζεται μία επιστολή, την οποία μετέγραψε και σχολίασε ο αείμνηστος δάσκαλος και λόγιος από το Γεωργίτσι, συνεργάτης και φίλος του παππού μου, Ηλίας Παπαθανασόπουλος. Έχει ημερομηνία 17 Απριλίου 1820, Μυστράς, και άγνωστο παραλήπτη. Είναι όμως εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γιατί δίνει πληροφορίες τόσο για τον αποστολέα, δηλαδή τον προεστό Μελέτη Μελετόπουλο, που την υπογράφει, όσο και για το γενικώτερο κλίμα της εποχής. Την μεταφέρω εδώ μαζί με τα πολύτιμα σχόλια του Παπαθανασόπουλου.

 

Την ευγενείαν της αδελφικώς προσκυνώ

συν τω σωτηρίω προσρήματι


Μετά την ερώτησιν της ευτυχούς υγείας σας ήν ο κύριος να σας την χαρίζη, ως επιποθήτε, να εορτάζετε φαιδρώς και γηθοσύνως, εις ετών πολλών περιόδων την τριήμερον έγερσιν του κυρίου μας [σχόλιο: το Πάσχα του 1820 ήταν στις 28 Μαρτίου].

Λάβετε με τους παρόντας, κατά την αίτησίν σας, τους τέσσαρους τόμους της Αμερικής. Μην στοχασθήτε, ότι από αλησμονησίαν δεν σας τους έστειλα, ή από αμέλειαν, ειμή ο ένας με έλειπε και έως να τον εύρω, έγινεν η άργητα και τώρις τον ηύρα.

Διά δε τον χαβαλέ [μεταβίβαση, εντολή πληρωμής, εκχώρηση προσόδου] του αλατζακίου σας [αλατζάκι, ενοικιασμένη η δημοπρατημένη περιοχή] από καζάν [περιοχή], επειδή και μετρητά είναι γιούτζι [δυσκολία] να σας σταλθούν, ωμιλήσαμεν με τον άρχων κυρ Αναγνώστην [ο προεστός Αναγνώστης Κοπανίτσας], διά να σας κάμωμεν χαβαλέ εις τον κυρ Γιαννούλη Καραμάνο, από την ρότα [περιφέρεια] του καστρίου, όθεν, με την απόκρισίν σας, γράφετε και εις την ευγενείαν του περί τούτου και μένω.


1820, Απριλίου 17, Μυστρά


Της ευγενείας σου πρόθυμος αδελφός και δούλος


Μελέτης Μελετόπουλος


Επειδή και είμαι βέβαιος,

ότι τα γράμματά σας δεν λείπουν

διά βασιλεύουσαν, το περικλειόμενο

ή διά ξηράς, ή διά θαλάσσης, το στέλλετε

με πρώτον. Επειδή και μέσα εις αυτό έχω γράμμα του δούλου σας υιού μου

και είναι αναγκαίον.


Η επιστολή δείχνει συντάκτη μορφωμένο, με εξαιρετικά ελληνικά, οικονομικές δραστηριότητες, διπλωματικές ικανότητες και σχέση με την διεθνή πνευματική κίνηση της εποχής ( τόμους της Αμερικής).


Ο Μελέτης Μελετόπουλος διετέλεσε κατ’ επανάληψιν και επί σειρά ετών βεκίλης, δηλαδή αιρετός εκπρόσωπος της πελοποννησιακής δημογεροντίας στην Κωνσταντινούπολη. Στο έργο ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΓΩΝΟΣ του Κ. Φλέσσα [σ.119], ο Μελετόπουλος αναφέρεται ως βεκίλης στην Πόλη το 1807. Ο Φωτόπουλος [έ.α., 71-2] παραθέτει κατάλογο των βεκίληδων, στον οποίον αναφέρεται ο Μελέτης Μελετόπουλος ως βεκίλης τις περιόδους 1814-5, 1817 και 1818.

Ο Μ. Σακελλαρίου [Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΝ, 1939, σ. 94-95] αναφέρει ότι οι Πελοποννήσιοι κατείχαν το εξαιρετικό δικαίωμα να επικοινωνούν με την οθωμανική κυβέρνηση όχι μέσω του τούρκου διοικητή της περιοχής τους, αλλά απ’ ευθείας, μέσω των βεκίληδων, που αποστέλλονταν στην Κωνσταντινούπολη. Φαίνεται ότι αρχικά ο θεσμός αυτός ήταν ένα είδος ομηρίας, «αλλ’ οι επιτήδειοι Μωραϊται κατώρθωσαν, ώστε οι όμηροι ούτοι να μεταβληθούν εις επισήμους αντιπροσώπους των, περιβεβλημένους την ιδιότητα του πληρεξουσίου εφοδιαζομένους δε με διαπιστευτήρια». Ανέπτυσσαν στενές σχέσεις με τους οθωμανούς αξιωματούχους, και «ήσκουν σημαντικήν επίδρασιν επί των τυχών της πατρίδος των. Το αξίωμά των ήτο τοιούτον, ώστε να θέτη φραγμόν εις την εξουσίαν του βεζύρου, πολλάκις δ’ επέτυχον την ανάκλησιν απαρέσκοντος Μώρα-βαλή.» Το αξίωμα του βεκίλη, σύμφωνα πάντα με τον Σακελλαρίου, ήταν αντικείμενο αγώνων μεταξύ των διαφόρων πελοποννησιακών φατριών. Ο Σακελλαρίου συμπληρώνει ότι, ενώ ο λαός εξέλεγε τους προεστούς, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στην ουσία «είχε μόνη η ελληνική αριστοκρατία, αποτελουμένη από τους εγχωρίους γαιοκτήμονας. Αλλά και ενταύθα παρετηρείτο ότι ο κύκλος των εκλογίμων περιωρίζετο εις τους ανωτέρω βαθμούς. Οι επαρχιακοί προεστώτες δεν εξελέγοντο εκ πασών των αριστοκρατικών οικογενειών, αλλ’ εκ τινων μόνον αυτών. Οι δε μοραγιάννηδες και βεκίληδες ανήκον εις ελαχίστας μόνον οικογενείας».

Οι βεκίληδες, σύμφωνα με τον Φωτόπουλο [σσ. 59 κ.ε.], είχαν ως αποστολή την προστασία των συμφερόντων της επαρχίας τους και την υποστήριξή τους στο κεντρικό οθωμανικό πολιτικό σύστημα. Επετύγχαναν την περιστολή των τουρκικών αυθαιρεσιών και καταπιεστικών μέτρων, την μετάθεση ή ανάκληση ή και εξορία οθωμανών αξιωματούχων χωρίς να εξαιρείται ούτε ο πασάς (ο Μόρα Βαλεσή, ο στρατιωτικός διοικητής της Πελοποννήσου), επικοινωνούσαν με τους οθωμανούς υπουργούς, συμμετείχαν στις ζυμώσεις για τον διορισμό των αξιωματούχων, και μάλιστα επηρέαζαν τον διορισμό του Έλληνα Δραγομάνου του Μορέος, που ασκούσε καταλυτική επίδραση στον πασά.

Το 1815 οι βεκίληδες Ασημάκης Ζαϊμης και Μελέτης Μελετόπουλος, σε συνεργασία με τους επίσης βεκίληδες Παπαλέξη Οικονόμο και Αναγνώστη Δεληγιάννη, κατώρθωσαν να ανακληθούν δύο σουλτανικά φιρμάνια που προέβλεπαν βαρειά φορολόγηση στους κτηνοτρόφους, δημεύσεις περιουσιών κλπ. [έ.α., Φωτόπουλος, 69] και το 1815 να καταργηθεί το επαχθές μέτρο της δήμευσης με σουλτανικό διάταγμα [Φωτόπουλος, 198]. Το 1916 οι βεκίληδες Οικονόμος, Ζαϊμης και Μελετόπουλος επέτυχαν την παύση του δραγομάνου, όπως αναφέρει ο Φωτόπουλος [.α., σ.68]. [Η ύπαρξη προσώπων με το επώνυμο Μελετόπουλος, που εντόπισα στην Κωνσταντινούπολη παλαιότερα σε διαδικτυακή αναζήτηση, πιθανώς συνδέεται με την εκεί παρουσία του Μελετόπουλου ως βεκίλη. Πιθανώς κάποια τέκνα του παρέμειναν εκεί. Ο τελευταίος Κωνσταντινουπολίτης Μελετόπουλος ζούσε εκεί το 1955 και είχε βιβλιοπωλείο. Στα Σεπτεμβριανά, ο μαινόμενος τουρκικός όχλος το έκαψε. Ήταν παντρεμένος αλλά άκληρος. Ήσαν αυτοί άραγε απόγονοι του Μελέτη Μελετόπουλου; Άγνωστο.]

Η κατ’ επανάληψιν εκλογή, επομένως, του Μελέτη Μελετόπουλου ως βεκίλη, όχι μόνον σημαίνει ότι ανήκε στον στενό κύκλο των οικογενειών που ανεδείκνυαν τους βεκίληδες και τους μοραγιάννηδες, αλλά και προϋπέθετε την προηγούμενη εκλογή του ως προεστού. Δεν είναι γνωστό πότε ο Μελετόπουλος είχε διατελέσει προεστός προεπαναστατικά. Πάντως τελευταία φορά καταγράφεται ως βεκίλης στην Πόλη το 1818, οπότε θα επέστρεψε στον Μυστρά λίγο πριν την Επανάσταση, το 1818-9. Οπωςδήποτε, το 1820 καταγράφεται ως εν ενεργεία προεστός, αφού τον Μάρτιο του 1820 υπογράφει ως προεστός του Μυστρά μαζί με άλλους 16 Μοραίτες προεστούς συστατική επιστολή που δόθηκε στον Παπαρρηγόπουλο, εν όψει του ταξιδιού του τελευταίου στην Ρωσσία [Φωτόπουλος, έ.α., 276]. Σημειωτέον ότι υπήρχαν τρεις τάξεις προεστώτων στην προεπαναστατική Πελοπόννησο: α. οι τοπικοί δημογέροντες των χωριών και κωμοπόλεων, β. οι επαρχιακοί προεστοί δευτέρου βαθμού που εκπροσωπούσαν ολόκληρη διοικητική περιφέρεια, εκλέγονταν από τους πρώτους και αποκαλούνταν «κοτζαμπάσηδες» από τον τουρκικό όρο που σήμαινε «μεγάλο κεφάλι», και γ. οι εκπρόσωποι των τελευταίων στην κεντρική οθωμανική εξουσία, δηλαδή αφ’ ενός οι μοραγιάννηδες που εκπροσωπούσαν τους Πελοποννησίους προεστούς στην έδρα του πασά, την Τρίπολη, και αφ’ ετέρου οι βεκίληδες, που εκπροσωπούσαν την πελοποννησιακή δημογεροντία στην Κωνσταντινούπολη. Οι μοραγιάννηδες και οι βεκίληδες ήσαν και αυτοί προεστοί, και μάλιστα επιφανείς, και ορίζονταν από τους υπόλοιπους προεστούς.

Ο Μυστράς, σημαντικώτατο πολιτικό και οικονομικό κέντρο της Πελοποννήσου επί Τουρκοκρατίας, διαδραμάτισε καταλυτικό ρόλο στην Επανάσταση. Στην ουσία ο διαγώνιος άξονας Λακωνίας-Αχαϊας έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της Επανάστασης. Τα δύο αυτά σημαντικά κέντρα χρηματοδότησαν και καθοδήγησαν πολιτικά και στρατιωτικά την επαναστατική διαδικασία, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται η συμμετοχή του συνόλου της πελοποννησιακής δημογεροντίας, του πελοποννησιακού λαού, της αρκαδικής κλεφτουριάς, των Μεσσηνίων οπλαρχηγών κλπ. στην έκβαση του εγχειρήματος. Αλλά γεωγραφικά η μεν Αχαία ήταν η πύλη του Μοριά προς την Δυτική Ευρώπη, η δε Λακωνία το ακρότατο σημείο του χερσαίου Ελληνισμού προς νότον, άρα σημείο στο οποίο εξέπνεαν τα νήματα της τουρκικής κατοχικής διοίκησης.

Είναι καταγεγραμμένο ότι ο Μελετόπουλος είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία, όπως και ολόκληρη σχεδόν η πελοποννησιακή δημογεροντία. Ο Δημήτρης Κοπανίτσας [ΕΝΑΣ ΠΡΟΕΣΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1998, που αφορά τον πρόγονό του προεστό του Μυστρά κατά την Επανάσταση και στενό φίλο και συνεργάτη του Μελετόπουλου Αναγνώστη Κοπανίτσα], αναφέρει στην σ. 72 ότι ο Μελετόπουλος μυήθηκε από τον κατηχητή της Φιλικής Εταιρείας Αναγνωσταρά το 1919. Προηγήθηκε, όπως γράφει ο Φωτόπουλος [έ.α.,σ.266)] μία αποτυχημένη προσπάθεια του Αναγνωσταρά, το έτος 1818. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Κανέλλου Δελιγιάννη [σς.80-81, στα οποία παραπέμπει ο Φωτόπουλος], το 1818 ο Αναγνωσταράς προσπάθησε να μυήσει στην Κωνσταντινούπολη τους βεκίληδες Αναγνώστη Δελιγιάννη, Παπαλέξη και Μελέτη Μελετόπουλο. Αυτοί, μόλις άρχισαν να πληροφορούνται για την εταιρεία και την «άγνωστη αρχή» της, καταθορυβήθηκαν και αρνήθηκαν να συζητήσουν περαιτέρω, αφού τους μιλούσε για τόσο σημαντικά πράγματα ένας «τυχοδιώκτης και όλως ασήμαντος». Παρά ταύτα, την επόμενη χρονιά η μύηση πραγματοποιήθηκε. Επίσης ο Δούκας αναφέρει τον Μελετόπουλο ως μυημένο φιλικό [έ.α, σ.804]. Ο Σιγανός [Διονύσιος Σιγανός, Η ΣΠΑΡΤΗ ΚΑΙ Η ΛΑΚΕΔΑΙΜΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΛΑΚΩΝΩΝ ΑΠΟ ΤΩΝ ΜΥΘΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘΉΜΩΝ, Αθήναι 1959,, σ. 468], αναφέρει ότι στον κατάλογο των Φιλικών του Φιλήμονος ο Μελετόπουλος αναφέρεται ως Φιλικός το 1819. Ο Φωτόπουλος, μάλιστα, δημοσιεύει [σς. 256-7] έναν κατάλογο κατηχήσεων του Αρχείου Σέκερη, στον οποίο καταγράφεται ότι ο Μελέτιος Μελετόπουλος μύησε, στις 4-4-1820, στον Μυστρά, τον προεστό Αναγνώστη Οικονομόπουλο. Επομένως, συνάγεται ότι στις αρχές του 1820 ο Μελετόπουλος ήταν ήδη μυημένος και δραστηριοποιείτο στην μύηση και άλλων επίσημων προσώπων.

Ο Κοπανίτσας επίσης αναφέρει [έ.α., σς. 77-78] ότι ο Μελετόπουλος συνυπέγραψε μαζί με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και άλλους μυημένους αρχιερείς και προκρίτους τον Μάϊο του 1820 επιστολή προς την Φιλική Εταιρεία, με τίτλο ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΩΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΩΝ ΠΕΡΙ ΚΑΛΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ, στο οποίο ζητούσαν έγγραφο κανονισμό που να ρυθμίζει τις σχέσεις και τις δραστηριότητες των Φιλικών. Εξ άλλου τον αναφέρει [σ. 85] παρόντα (ως «Μελέτη Μιστριώτη») στην παμπελοποννησιακή σύσκεψη των προκρίτων στην Τρίπολη τον Αύγουστο του 1820, στην οικία Δεληγιάννη, όπου ο Κανέλλος Δελιγιάννης ενημέρωσε τους προεστούς για τις προετοιμασίες για την μεγάλη Επανάσταση, «προτρέψας άπαντας, να καταγίνη έκαστος εις το μέρος του, να προετοιμάση τα δέοντα, διά την κατά το έαρ Επανάστασιν».

Το 1821 ο Μελετόπουλος αναφέρεται ως προεστός του Μυστρά μαζί με τον Αναγνώστη Κοπανίτσα και τον Παναγιώτη Κρεββατά. [Ο Κρεββατάς, εξέχουσα πολιτική φυσιογνωμία της Πελοποννήσου της ύστερης Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης, είχε διατελέσει Μοραγιάννης (είναι επίσης πρόγονος του γράφοντος από την προγιαγιά του Μαρίνη Κούτση το γένος Τριανταφύλλου). Ήταν γόνος παμπάλαιης οικογένειας. Παππούς του ήταν ο συνονόματός του Παναγιώτης Κρεββατάς, ο οποίος στα Ορλωφικά, το 1769, έδωσε πρώτος το σύνθημα της επανάστασης κατά των Τούρκων. Ήταν πρωτότοκος γιός του Δημητρίου Κρεββατά και της Κλίνης, αδελφής του Ανδρίκου Νοταρά (οι Κρεββατάδες ήταν κλάδος της αυτοκρατορικής οικογένειας των Λασκάρεων, που εγκαταστάθηκε στον Μυστρά λίγο πριν ή λίγο μετά την Άλωση). Ο Κρεββατάς γεννήθηκε στον Μυστρά το 1785. Δάσκαλός του ήταν ο ιεροκήρυκας Μάξιμος. Πήγε για σπουδές στην Ιταλία, αλλά αναγκάστηκε να τις διακόψει και να επιστρέψει, όταν πέθανε ο πατέρας του. Μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία από τον Χριστόφορο Κορνήλιο το 1818. Ήταν δραστήριος και ηρωικός μαχητής. Πήρε μέρος στην Άλωση της Τριπολιτσάς και στην Καταστροφή του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Την παραμονή της μάχης, ο Κρεββατάς ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη να τον εξομολογήσει και έκανε και την διαθήκη του υποσχόμενος δαπάνη ενός εκατομμυρίου γροσίων για τις ανάγκες του αγώνα. Επέζησε όμως της μάχης και αργότερα έγινε γερουσιαστής της Πελοποννήσου. Δολοφονήθηκε στις 16 Νοεμβρίου του 1822 σε ενέδρα των αντιζήλων του Γιατρακαίων στην γέφυρα του Κοπάνου, ενώ διέσχιζε έφιππος τον Ευρώτα. Ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του [καταγραφή Γεωργίου Τερτσέτη, εκδ. Δρακοπούλου, sine data, σ.98] γράφει: «Ο Κρεββατάς ήτον άνθρωπος με νου και πολλά ωφέλιμος για την πατρίδα». Η οικογένεια Κρεββατά «ένεκα της δράσεώς της και του πλούτου της ανεγνωρίζετο ως η επισημοτέρα του Μορηά», σύμφωνα με τον Σιγανό [.α., σ.445)] Σύμφωνα με κάποιες πηγές, από τους Κρεββατάδες προέρχεται και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αν και αυτό είναι αμφιλεγόμενο.]

Στις 9 Νοεμβρίου 1820, λόγω υπονοιών και φημών περί επικείμενης εξέγερσης των Ελληνικών πληθυσμών της νότιας Ελλάδος, ο σουλτάνος Μαχμούτ Β΄ διόρισε τον Χουρσίτ πασά στο αξίωμα του Μόρα Βαλεσή, δηλαδή του στρατιωτικού διοικητή της Πελοποννήσου. Τον Οκτώβριο του 1820, όλη η πελοποννησιακή δημογεροντία συγκεντρώθηκε στην Τρίπολη για την υποδοχή του Χουρσίτ. Ο Χουρσίτ έφθασε μέσω Ναυπλίου, και η επίσημη υποδοχή του έγινε στην Τρίπολη, στις 8 Νοεμβρίου. Η θεατρικά ενθουσιώδης υποδοχή που επεφύλαξαν οι πελοποννήσιοι προεστοί (οι περισσότεροι ήδη μυημένοι στην επικείμενη Επανάσταση) στον Χουρσίτ και τα πανάκριβα δώρα που του χάρισαν, καθώς και οι καθησυχαστικές τους διαβεβαιώσεις, τον υπνώτισαν. Οι προεστοί του Μοριά τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπάρχει θέμα επανάστασης και ότι επρόκειτο γιά διαδόσεις του Αλή πασά. Ο Χουρσίτ παραπλανήθηκε και διεμήνυσε στον Σουλτάνο ότι η Πελοπόννησος είναι υπό έλεγχον. Παρά ταύτα, ήλεγξε την κατάσταση των οχυρών της Πελοποννήσου και τα ενίσχυσε με εφόδια. Επίσης δήλωσε εις επήκοον όλων «ο Αλλάχ να γλυτώνει τον δίκαιο από το σπαθί μου». Στις 6 Ιανουαρίου του 1821 (ημέρα επιστροφής του Θ. Κολοκοτρώνη στον Μοριά), ο Χουρσίτ διατάχθηκε να μεταβεί στην Ήπειρο και να κινηθεί εναντίον του Αλή- πασά. Τοποτηρητή του (καϊμακάμη) στην Τρίπολη όρισε τον Μεχμέτ Σελήχ.

Οι επαναστατικοί σχεδιασμοί των Πελοποννήσιων προεστών και κληρικών, οι ασυνήθιστες κινήσεις και η ανήσυχη συμπεριφορά των υποδούλων Ελλήνων προβλημάτισαν την τουρκική διοίκηση στην διοικητική πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, την Τρίπολη, αρκετούς μήνες πριν από την έκρηξη της Επανάστασης. Ο Χουρσίτ είχε παραδώσει στον καϊμακάμη του, τον Μεχμέτ-Σαλήχ, αντίγραφο από σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο ο σουλτάνος έδιδε στον Χουρσίτ απόλυτη εξουσία να εκτελέσει όλους τους προεστούς, αρχιερείς και εμπόρους της Πελοποννήσου, εάν διαπίστωνε ότι υπήρχε σχέδιο επανάστασης εναντίον των Τούρκων.

Περίπου έναν μήνα πριν από την έκρηξη της Επανάστασης, τον Φεβρουάριο του 1821, η τουρκική διοίκηση αποφάσισε να προσκαλέσει στην Τρίπολη τους προύχοντες και αρχιερείς της Πελοποννήσου, υπό το πρόσχημα διαβουλεύσεων. Στην μυστική Συνέλευση των προεστών και κληρικών της βόρειας Πελοποννήσου στην Βοστίτζα (δηλαδή το προεπαναστατικό Αίγιο) στις 26-29 Ιανουαρίου 1821, οι παρευρεθέντες είχαν συμφωνήσει να μην μεταβούν στην Τρίπολη, εάν εκαλούντο, γιατί ήταν βέβαιη η καταδίκη τους. Οι περισσότεροι όμως προύχοντες και αρχιερείς, παρά τα συμφωνηθέντα στη Βοστίτζα, αποφάσισαν να ανταποκριθούν στις τουρκικές αρχές, προκειμένου να διασκεδάσουν τις υποψίες τους και να μη δώσουν επιχειρήματα για γενικευμένες σφαγές.

Της προσέλευσης των προεστών στην Τρίπολη προηγήθηκε η επίσκεψη, στις αρχές του 1821, του προεστού της Γορτυνίας και Μοραγιάννη (γενικού εκπροσώπου των προεστών της Πελοποννήσου στις οθωμανικές αρχές) Θεόδωρου Δελιγιάννη, που σκοπό είχε την παραπλάνηση των Τούρκων σχετικά με την προετοιμαζόμενη Επανάσταση. Ο Δελιγιάννης έπεισε τους Τούρκους ότι οι φήμες περί επικείμενης εξεγέρσεως ήταν διαδόσεις του Αλή πασά, με σκοπό τον αντιπερισπασμό της οθωμανικής κυβέρνησης. Ο Δελιγιάννης μάλιστα παρέμεινε στην Τρίπολη, στην εκεί οικία του (οι προεστοί διέθεταν καταλύματα στην Τρίπολη, όπου μετέβαιναν συχνά για συσκέψεις κλπ.) Στην συνέχεια, ο καϊμακάμης του Χουρσίτ διέταξε τον Μητροπολίτη Τριπόλεως Δανιήλ να περιοδεύσει στην επαρχία του και να συνετίσει τον πληθυσμό, με την απειλή ότι «τυχόν εξέγερση εναντίον του κολοσσού της τουρκικής ισχύος θα έθαβε τους ραγιάδες κάτω από τα ερείπια της πατρίδος τους». Ο Δανιήλ περιόδευσε πράγματι, συνοδευόμενος και στην πραγματικότητα επιτηρούμενος από Τούρκο αξιωματικό. Αλλά ενώ δημοσίως προέτρεπε τους Έλληνες σε υπακοή στον κατακτητή, ιδιωτικά και μυστικά προετοίμαζε τους προκρίτους για την Επανάσταση.

Στα μέσα Φεβρουαρίου, προσκαλούνται από τον Σταυράκη Ιωβίκη, τον δραγουμάνο του Μόρα-Βαλεσή (οθωμανικός τίτλος του Διοικητή της Πελοποννήσου), στο σπίτι του Σωτήρου Κουγιά, προεστού της Τρίπολης, ο Μητροπολίτης Τριπόλεως, ο Θεόδωρος Δελιγιάννης και ο προεστός της Τριφυλλίας και παλαιότερα μοραγιάννης Παπαλέξης, στους οποίους ανακοινώθηκε η απόφαση των Τούρκων να προσκληθούν όλοι οι Αρχιερείς και οι Πρόκριτοι της Πελοποννήσου ώστε από την προσέλευσή τους ή όχι να ελεγχθεί η νομιμοφροσύνη τους. Όταν ο Μητροπολίτης αντέτεινε ότι οι Αρχιερείς πρέπει να παραμείνουν στις επαρχίες τους ώστε να καθοδηγούν τον λαό σε πειθαρχία, ο δραγουμάνος εξεμάνη, οπότε οι προαναφερθέντες συνέταξαν την επιστολή της πρόσκλησης.

Η πρόσκληση, σύμφωνα με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη [Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α’, ΚΕΦ. Δ’], καταθορύβησε τους παραλήπτες προεστούς και αρχιερείς, καθ’ όσον ήσαν μυημένοι στην επαναστατική συνομωσία. Αλλά συλλογίζονταν ότι η μη προσέλευσή τους θα επιβεβαίωνε τις υποψίες των Τούρκων, οι οποίοι θα προέβαιναν αμέσως, και βάσει του διατάγματος του Σουλτάνου, σε αντίποινα, προληπτικές σφαγές και άρα ακύρωση της Επανάστασης.

Το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1821, εμφανίστηκαν ενώπιον του καϊμακάμη δεκαέξι προεστοί και οχτώ αρχιερείς με τις συνοδείες τους˙ ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης (γιος του Πετρόμπεη) από την Μάνη, οι Ιωάννης Τομαράς και Αντωνάκης Καραπατάς από την Τριφυλλία, ο Ιωάννης Βιλαέτης από τον Πύργο, ο Πανάγος Κυριακός από την Καλαμάτα, ο Αναγνώστης Κωστόπουλος από τα Μηλιάκικα, ο Ανδρέας Καλαμογδάρτης και ο Μήτρος Ροδόπουλος από την Πάτρα, ο Σωτηράκης Νοταράς από την Κόρινθο, ο Ιωάννης Περούκας από το Άργος, ο Γιαννούλης Καραμάνος από τον Πραστό Κυνουρίας, ο Αναγνώστης Κοπανίτζας και ο Μελέτης Μελετόπουλος από τον Μυστρά, ο Νικόλαος Γεωργακόπουλος και ο Θεόδωρος Δεληγιάννης, γόνος μίας από τις ισχυρότερες οικογένειες μοραγιάννηδων της Πελοποννήσου, από τα Λαγκάδια Γορτυνίας, και ο Παπαλέξης Οικονόμος από την Τριφυλλία, που είχε μεγάλο κύρος και είχε διατελέσει και αυτός μοραγιάννης˙ οι αρχιερείς, Τριπολιτσάς Δανιήλ, Μονεμβασίας Χρύσανθος, Ανδρούσης Ιωσήφ, Δημητσάνης Φιλόθεος, Ναυπλίου Γρηγόριος, Χριστιανουπόλεως Γερμανός, Κορίνθου Κύριλλος και Ωλένης Φιλάρετος. Σύμφωνα με άλλες πηγές μετέβησαν και ο Έλους Άνθιμος και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος (στην δραματική περιπέτεια που εξιστορείται εδώ, από τους μεν αρχιερείς επεβίωσαν ο Τριπόλεως και ο Μεσσήνης, από τους δε προκρίτους ο Κοπανίτσας, ο Γιαννούλης Καραμάνος, ο Ιωάννης Τομαράς και ουδείς άλλος).

Οι προύχοντες και αρχιερείς των Πατρών και των Καλαβρύτων δεν προσήλθαν, εφαρμόζοντας την σχετική απόφαση της Βοστίτζας, παρά τις επίμονες προσκλήσεις και τις διαβεβαιώσεις των Τούρκων για την ασφάλειά τους. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κερνίτσης Προκόπιος, ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Γεώργιος Σισίνης, ο Ανδρέας Ζαίμης, ο Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, ο Ανδρέας Λόντος αλλά και ο Παναγιώτης Κρεββατάς από τον Μυστρά συνειδητοποίησαν τι τους περίμενε, αποφάσισαν να μην υπακούσουν και απάντησαν παραπλανητικά ότι θα πήγαιναν στον ίδιο τον Σουλτάνο. Το γεγονός αυτό ενίσχυσε τις υποψίες του Σελήχ και των Τούρκων της Τριπολιτσάς. Αλλά η προσέλευση των υπολοίπων τους καθησύχασε. Η τουρκική διοίκηση υπέθετε ότι η αιχμαλωσία των περισσοτέρων πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών του πελοποννησιακού λαού θα ακύρωνε κάθε επαναστατική πρωτοβουλία.

Την τεράστια επίδραση που είχε η προσέλευση των προεστών στις μετέπειτα εξελίξεις δείχνει η επιστολή που εστάλη από τις τουρκικές αρχές της Τρίπολης στον Χουρσίτ, στην οποία του έγραφαν ότι : «Επειδή οι προσκληθέντες Αρχιερείς και Προύχοντες να έρθουν στην Έδρα κατά προσταγή σας ήρθαν όλοι με απόλυτη υποταγή, για τούτο τολμάμε να γνωμοδοτήσουμε ενώπιον της Υψηλότητάς Σας να μη θανατωθούν οι Αρχιερείς και οι λοιποί. Αν όμως ιδούμε αιτίες και σημάδια επαναστατικά, τότε εκτελούμε τη προσταγή Σας κατά τα Υψηλά Βασιλικά Φιρμάνια». [Ιωσήφ Ζαφειροπούλου, Αρχιερείς και προύχοντες στη φυλακή της Τρίπολης κατά το 1821, Αθήνα 1982, ανατύπωση από την Αδελφότητα «Χριστιανική Αλληλεγγύη», επιμέλεια Δημ. Παπαβασιλόπουλου, σ.16, το πρωτότυπο του 1851, από το οποίο τα αποσπάσματα στην καθαρεύουσα, υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη].

Προκύπτει επομένως από τα παραπάνω ότι οι αρχιερείς και προεστοί, μεταβαίνοντας στην Τρίπολη προκειμένου να αποσοβηθούν οι υποψίες των Τούρκων και να δοθεί πολύτιμος χρόνος για την προετοιμασία της Επανάστασης, προσέφεραν τους εαυτούς τους ως θυσία στον βωμό της Ελευθερίας, έχοντας εκ των προτέρων πλήρη επίγνωση του πεπρωμένου τους.

Στον Μυστρά οι προεστοί ήσαν οι Παναγιώτης Κρεββατάς, Μελέτης Μελετόπουλος, Αναγνώστης Κοπανίτσας και Αναγνώστης Οικονομόπουλος. Ο Κρεββατάς, όπως προαναφέρθηκε, αποφάσισε να μην μεταβεί στην Τρίπολη. Επομένως θα πήγαιναν μόνον οι Κοπανίτσας και Μελετόπουλος [ο Σιγανός, σ.474, αναφέρει ότι πήγαν οι Μελετόπουλος, Κοπανίτσας και Γεώργιος Μανουσάκης, πιθανώς ο τελευταίος ως σωματοφύλακας των δύο προεστών].

Την δραματική πορεία του Μελέτη Μελετόπουλου προς την Τρίπολη, όπου πέθανε μάρτυρας της Πατρίδας, περιγράφει ο Π. Δούκας, στο έργο του Η ΣΠΑΡΤΗ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ [σ.804]. «Εν Μυστρά έτυχε τότε να είναι προεστώτες οι Αναγνώστης Κοπανίτσας και Μελέτιος Μελετόπουλος, αμφότεροι όντες μεμυημένοι εις τα της Φιλικής Εταιρείας. Μεταξύ δε των πρώτων ενεχείρων, τους οποίους ο διοικητής της Πελοποννήσου εδρεύων εν Τριπόλει έλαβεν προς πρόληψιν της επικειμένης επαναστάσεως, περί ής οι Τούρκοι είχον συλλάβει υπονοίας, ήσαν και οι ανωτέρω Κοπανίτσας και Μελετόπουλος. Εν ώ δε μετέβαινον ούτοι εις Τρίπολιν διά Βρουλιά [σ.σ. η σημερινή Σελασσία] εσκέφθη εκεί ο Μελετόπουλος να επιστρέψη οπίσω και εις την απόφασιν ταύτην προέτρεψε και τον Κοπανίτσαν. Αλλ’ούτος απήντησεν: -Αφ’ού ημείς, οίτινες είμεθα κεφαλή των Χριστιανών, δώσωμεν το παράδειγμα της δειλίας, τι θα περιμένωμεν από τους μικρούς,οι οποίοι θέλομεν να φονευθώσι διά την πατρίδα και την πίστιν; -Θα μας φονεύθωσιν οι Τούρκοι ευθύς ως γίνει τι, είπεν ο Μελετόπουλος. Ο δε Κοπανίτσας απεκρίθη: -‘Αγιος ο Θεός, κερδίζομεν τον Παράδεισον, διότι αποθνήσκωμεν διά την Αγίαν πίστιν του Χριστού, αφ’ού μάλιστα εφάγαμεν το ψωμί μας (διότι αμφότεροι ήσαν υπερεξηκοντούτεις). Εις την απάντησιν αυτήν ο Μελετόπουλος προσέθηκεν: -Ιδού όπου ευρήκα και ένα όστις θέλει να αγιάση ζωντανός. Ας υπάγωμεν λοιπόν εις Τρίπολιν, αφ’ού εκεί είναι ο Παράδεισος και οι Τούρκοι είναι άγγελοι, οίτινες θα παραλάβουν την ψυχήν μας.»

Μελετόπουλος και Κοπανίτσας φθάνουν αρχές Μαρτίου στην Τρίπολη, όπου και η έδρα της οθωμανικής διοίκησης της Πελοποννήσου (Μόρα βαλεσί). Λεπτομέρειες της φυλάκισης των ομήρων γνωρίζουμε από τρία, μικρά σε έκταση, αλλά εξαιρετικής σημασίας, απομνημονεύματα αιχμαλώτων κληρικών˙ του διακόνου Ιωσήφ Ζαφειρόπουλου, του Τριπόλεως Δανιήλ (στιχούργημα) και του Ανδρούσης Ιωσήφ. Εδώ η βασική πηγή είναι ο Ζαφειρόπουλος [το πρωτότυπο βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη, όπου το μελέτησα προ πολλών ετών και έκτοτε έχει μεταγραφεί στην δημοτική, σε έκδοση της Αδελφότητας Χριστιανικής Αλληλεγγύης Τριπόλεως, επιμέλεια Δ. Παπαβασιλόπουλου, Αθήναι 1982].

Στις 11 Μαρτίου οι Τούρκοι ζητούν χρήματα από τους κρατουμένους, αυτοί ανταποκρίνονται πρόθυμα και αυτό καθησυχάζει τους Τούρκους. Στις 20 Μαρτίου, οι όμηροι καλούνται στο σαράϊ (κυβερνείο) από τον καϊμακάμη και επιπλήττονται: «Τι πράγματα είναι αυτά που κάνετε; Δε σκέφτεσθε ότι εδώ είναι βασιλιάς, ότι η Τουρκία είναι βασίλειο απέραντο και δύναται να στείλει διακόσιες χιλιάδες στράτευμα, και να χαλάσει τον τόπο και να πάρετε τον κόσμο στον λαιμό σας;». Ομοφώνως οι όμηροι απαντούν ότι δεν γνωρίζουν τίποτε, αλλοιώς «δεν θα ερχόμασταν εδώ όπως οι Καλαβρυτινοί.» Ακολουθεί σύσκεψη μεταξύ του Καϊμακάμη, του Δραγουμάνου και του προεστού της Τρίπολης Σωτήρου Κουγιά (ο Κουγιάς ήταν πεθερός του Θεοδώρου Δεληγιάννη. Κατηγορήθηκε ότι, όταν ο Παναγιώτης Ζαριφόπουλος προσπάθησε να τον μυήσει στην Φιλική Εταιρεία, εκείνος πρόδωσε το μυστικό στις τουρκικές αρχές. Εσφάγη από τους Έλληνες κατά την άλωση της Τριπολιτσάς τον Σεπτέμβριο του 1821). Όταν η σύσκεψη τελείωσε, οι Τούρκοι ανακοίνωσαν στους ομήρους ότι τίθενται υπό περιορισμό στο σαράϊ.

Μετά από τρεις ημέρες, οι Τούρκοι αφόπλισαν και φυλάκισαν τους σωματοφύλακες των προκρίτων και των αρχιερέων, και διάρπαξαν τις αποσκευές, τα άλογα και την οικοσκευή τους, που είχαν στα οικήματα που διατηρούσαν οι προεστοί στην Τρίπολη. Καθώς οι πρώτες επαναστατικές ενέργειες των Ελλήνων έχουν ήδη εμφανιστεί, οι νίκες τους και ο απόηχός τους φθάνει στο σαράϊ. Ταυτόχρονα, αρχίζουν να δημιουργούνται και τα πρώτα επεισόδια μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων μέσα στην Τρίπολη, όπου συρρέουν από τις γύρω περιοχές διωκόμενοι Τούρκοι πρόσφυγες. Οι όμηροι κρυφά κλαίνε από συγκίνηση και αλληλοασπάζονται μετά από κάθε εθνική επιτυχία, ενώ μπροστά στους Τούρκους είναι υποχρεωμένοι να αποκηρύσσουν την επαναστατική δράση των συμπατριωτών τους. Μετά την μάχη στην Καρύταινα, ένας Τούρκος, γνωστός του Δεληγιάννη, πήγε στο σαράϊ και τον μέμφθηκε: «Δεν ήλπιζα από σας να γίνουν τέτοια πράγματα.» Ο Δεληγιάννης προσποιήθηκε τον άσχετο: «Από εμάς ούτε έγιναν ούτε γίνονται τέτοια πράγματα». «Πώς δεν γίνονται», αντέτεινε ο Τούρκος, «αφού ο αδελφός σου ο Κανέλλος ήρθε όταν είμαστε κλεισμένοι στην Καρύταινα και μας πιστόλιζε καβάλλα από την ψαριά φοράδα;». «Δεν ξέρω αγά μου αν τρελλάθηκαν, εγώ όμως δεν ξέρω τίποτε από αυτά», απάντησε ο Δελιγιάννης. Αντιλαμβάνεται κανείς σε τι θανατηφόρες ισορροπίες έπρεπε να βαδίζουν οι όμηροι.

Το Μεγάλο Σάββατο, 9 Απριλίου, οι αιχμάλωτοι αρχιερείς και προεστοί έκαναν Ανάσταση στο σκοτάδι. Στις έξι το πρωί σηκώθηκαν, ανέγνωσαν τα τροπάρια και ασπάστηκαν αλλήλους με λυγμούς.

Η Επανάσταση έχει εν τω μεταξύ γενικευθεί και η Τρίπολη πολιορκείται ήδη από τους Έλληνες, υπό την αρχηγία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Μέσα στην Τρίπολη, στις τάξεις των Τούρκων, επικρατεί πανικός. Όλες οι απόπειρες των Τούρκων να καταστείλουν την Επανάσταση αποτυγχάνουν. Οι ελληνικές νίκες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβενα και στην Γράνα έχουν εξουδετερώσει και παραλύσει κάθε πιθανή τουρκική αντίδραση. Τον Απρίλιο ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιοσέ Μεχμέτ προωθούνται προς νότον, αλλά ο Αθανάσιος Διάκος τους αναχαιτίζει στις 23 Απριλίου προσωρινά στην γέφυρα της Αλαμάνας και στις 8 Μαϊου ο Οδυσσέας Ανδρούτσος τους σταματά οριστικά στο Χάνι της Γραβιάς. Στις 6 Μαϊου ο Κεχαγιάμπεης Μουσταφά, με 3.500 Τουρκαλβανούς, φτάνει στην Τρίπολη, αλλά οι εξελίξεις έχουν ήδη δρομολογηθεί δυσμενώς για τους Τούρκους. Η πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία, που εκτείνεται από τον Δούναβη μέχρι τον Νείλο και από τον Περσικό κόλπο μέχρι την Σαχάρα, συντρίβεται και ταπεινώνεται από μερικές εκατοντάδες ατάκτων του Μοριά και της Ρούμελης. Ο αρχιστράτηγος Χουρσίτ, που είχε αποτύχει να εκτιμήσει σωστά την πιθανότητα της εξέγερσης, κινδυνεύει τώρα να χάσει το κεφάλι του (όπως και τελικά το έχασε), ενώ έχει αφήσει τα χαρέμια του και τους θησαυρούς του στην πολιορκημένη Τρίπολη.

Οι Τούρκοι κάτοικοι της πολιορκημένης Τρίπολης, εξαγριωμένοι, επιχειρούν να λυντσάρουν τους επιφανείς ομήρους, αλλά τους εμποδίζει η φρουρά. Οι Τούρκοι ιθύνοντες ελπίζουν ακόμη να έρθουν σε κάποιου είδους συνθηκολόγηση με τους πολιορκητές, χρησιμοποιώντας τους προεστούς και αρχιερείς ως διαμεσολαβητές. Αλλά ο όχλος έχει εξαγριωθεί. Οι όμηροι ακούν φήμες ότι θα εκτελεστούν. Εξομολογούνται, μεταλαμβάνουν και περιμένουν το τέλος τους.

Στις 16 Απριλίου, Σάββατο του Πάσχα, οι υπηρέτες και ακόλουθοι των ομήρων καλούνται στο δωμάτιο του καϊμακάμη, ενώ στο προαύλιο έχει συγκεντρωθεί πλήθος Τούρκων. Εκεί, κατόπιν παρωδίας δίκης με ψευδομάρτυρα, εκτελούνται ο ανιψιός του προεστού Παπαλέξη και ο σωματοφύλακας του Μαυρομιχάλη.

Την νύχτα της 17ης Απριλίου, Κυριακής του Θωμά, έρχονται οι δήμιοι. Οι όμηροι πληροφορούνται όμως ότι τελικά θα τους μεταγάγουν στην ειρκτή. Αφηγείται ο επίσκοπος Ανδρούσης [Κοπανίτσας, έ.α., σ.98 κ.ε.]: «Επλησιάσαμεν και εστάθημεν κατά σειράν, πρώτος της σειράς ευρέθη ο Αναγνώστης Κοπανίτσας και ο Μελέτιος δεύτερος από Μυστράν. Ο Καϊμακάμ μετά των πρωτίστων Οθωμανών, άνω εις τα οικήματα εκάθηντο και έβλεπον ημάς τους μετά καταδίκης διερχομένους….Εβλήθη ο Μελέτιος εις την άλυσσον…Τέλος πάντων εξ αρχιερείς…και δέκα προεστώτες κατεκλείσθησαν εις την ζοφεράν και πολυβάσανον φυλακήν βαστάζοντες την άλυσσον. Η ολκή αυτής ήταν οκάδες εκατόν ογδοήκοντα, άνευ των κουλούρων των επί τον τράχηλον ημών. Εκεί εύρομεν τους διακόνους και δούλους μας εν ελεεινή καταστάσει.»

Την επόμενη ημέρα οι Τούρκοι εξετέλεσαν 17 υπηρέτες, πλην ενός δεκαεπτάχρονου από τα Φιλιατρά που δείλιασε και απαρνήθηκε την πίστη του. Οι Τούρκοι τοποθέτησαν τα κομμένα κεφάλια τους μπροστά στην φυλακή. Ο τουρκικός όχλος φώναζε ότι «αύριο αποφασίστηκε να κάνουμε κιμά τα γουρούνια που είναι εδώ μέσα και να τα ρίξουμε στα σκυλιά να να φάνε», κάτι που έκανε τους ομήρους να χάσουν κάθε ελπίδα, να μεταλάβουν των Αχράντων Μυστηρίων και να περιμένουν με εγκαρτέρηση το τέλος τους. Αλλά ένας Τούρκος τους ενημέρωσε ότι «μη φοβείσθε, οι δούλοι σας εθανατώθησαν, διά να γλυτώσητε σεις επειδή και όλον το πλήθος των Τούρκων απεφάσισε και ωρκίσθη χθες διά να σας κατακομματιάσωσι και διά να εύρη τον τόπον του ο όρκος αυτού ο Καϊμακάμης αντί υμών έδωσε την προσταγήν, κατά τον φετφά του μουφτή και εθανατώθησαν οι δούλοι σας». [έ.α., σ.99]. Σύμφωνα όμως με τον φιλέλληνα Βουτιέ [Απομνημονεύματα, στον Ζαφειρόπουλο σ.49] η μη εκτέλεση των ομήρων οφείλεται σε προειδοποιητική επιστολή του Κολοκοτρώνη στον Κεχαγιάμπεη: «Σας καθιστώ υπευθύνους, και το χαρέμι του Χουρσίτ, για τους ομήρους που βρίσκονται στα χέρια σας. Αν βγείτε νικητές στον αγώνα που αρχίζει, θα έχετε τον καιρό να ικανοποιήσετε την εκδίκησή σας. Αν νικηθείτε, θα σας σφάξουμε πάνω στους τάφους σας».

Καθώς εξιστορεί ο Ιωσήφ Ζαφειρόπουλος, οι όμηροι μεταφέρθηκαν «εις το κάτω μέρος του Σεραγίου, εις δεινοτάτην και φρικτοτάτην ειρκτήν των καταδίκων… Αυτή δε η ειρκτή περιωρισμένη εις εν δωμάτιον έκειτο υπό το Σεράγιον επί του εδάφους, αριστερόθεν του εισερχομένου διά της του Σεραγίου Πύλης». Οι άρχοντες δέθηκαν όλοι στο φοβερό Κούτσουρο, «εις τας οπάς του οποίου εισήρχοντο οι πόδες των βασανιζομένων….Εισελθόντες δε εις ταύτην την φυλακήν συνέδεσαν διά μακράς αλύσσεως τους Αρχιερείς και Προύχοντας την εσπέραν εκείνην».

Ο προεστός της Πάτρας Μήτρος Ροδόπουλος «ένεκα του φόβου ηρνήθη την πατρώαν ημών θρησκείαν» και απέφυγε τα δεινά της φυλακής. Μάλιστα μεταλλάχθηκε σε φανατικό μισέλληνα, διώκοντας ανελέητα τους πρώην ομοεθνείς του. [Εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι ο εξωμότης Ροδόπουλος ήταν ο απευθείας πρόγονος του προέδρου της Βουλής κατά την οκταετία της ΕΡΕ (1955-1963) Κωνσταντίνου Ροδόπουλου και του αδελφού του συγγραφέα Δημήτρη Καραγάτση. Δεν είναι ευρύτερα γνωστή η πορεία της οικογένειας μετά την Επανάσταση, πάντως μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας οι Ροδόπουλοι εγκαταστάθηκαν εκεί ως μεγαλοκτηματίες, ενώ ο πατέρας των Κωνσταντίνου και Δημήτρη εξελέγη εκεί βουλευτής. Στο μυθιστόρημά του Ο ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΠΥΡΓΟΥ, ο Καραγάτσης ανασυνθέτει μυθιστορηματικά την βιογραφία του εξωμότη προγόνου του, εμφανίζοντάς τον όμως να εξιλεώνεται μετά τον εξισλαμισμό του, πολεμώντας ηρωϊκά αν και εκ παραδρομής υπέρ των Ελλήνων σε μάχη της Επανάστασης, και τελικώς να αποκαθίσταται εθνικά και κοινωνικά. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι συνέβη, μάλλον η οικογένεια επανεκχριστιανίστηκε ή παρέκαμψε ως μη γενόμενο τον εξισλαμισμό του Μήτρου Ροδόπουλου και σιωπηλά επανήλθε στην μετεπαναστική ελληνική κοινωνία, διανύοντας μία άγνωστη πορεία μέχρι να επανεμφανιστεί μέσω Θεσσαλίας στο πολιτικό προσκήνιο.]

Ο καϊμακάμης παρέλαβε υπό την προστασία του τον Αναστάση Καλαμογδάρτη και τον Αναστάση Μαυρομιχάλη και ο Κιαμήλμπεης, λόγω δεσμών εντοπιότητας, τον Κορίνθου Κύριλλο και τον Σωτήρη Νοταρά, οι οποίοι δεν φυλακίστηκαν, αλλά παρέμειναν στο σεράϊ καθ’ όλη την διάρκεια της πολιορκίας. Οι υπόλοιποι όμηροι βίωσαν την φρίκη και την απαθλίωση. Τόσο στενά ήταν στοιβαγμένοι μέσα στο μικρό χώρο οι δεκαεννέα φυλακισμένοι, «ώστε ουδέ τους πόδας ηδύναντο να εκτείνωσιν, αλλά νυχθημερόν καθήμενοι διελέγοντο, και ούτως εκοιμώντο επί πέντε ολόκληρους μήνας, μη δυνάμενοι να ανακληθώσι… Αέναος ιδρώς έρρeε ποταμηδόν εκ των σωμάτων αυτών, εξ ου τα ενδύματα αυτών εσάπησαν».

Η πολιορκία της Τρίπολης γινόταν όλο και πιο στενή, λιμός και λοιμός επικράτησε στην άλλοτε κραταιά οθωμανική πρωτεύουσα του Μοριά. Οι δρόμοι και οι πλατείες ήταν γεμάτα άταφα πτώματα ανθρώπων και ζώων. Στην φυλακή υπήρχε μόνον ένα άνοιγμα εξαερισμού. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν τραγικές. Τα ρούχα των ομήρων έλειωσαν, τα γένια τους μάκρυναν και γέμισαν ψείρες. Ο Θεόδωρος Δελιγιάννης κάλεσε από το παράθυρο κάποιον Τούρκο αξιωματούχο, ο οποίος αηδίασε με την τραγική κατάσταση των ομήρων και ξυλοφόρτωσε τους δεσμοφύλακες, υποχρεώνοντάς τους να μεταχειρίζονται καλύτερα τους εγκαθείρκτους. Αλλά, μετά την ελληνική νίκη στο Βαλτέτσι, τους ζήτησε και έλαβε χρήματα.

Παρά ταύτα, στα σκοτάδια της φυλακής έφθαναν κάποιες πληροφορίες. Στα τέλη Απριλίου, οι Τούρκοι έριξαν στην ειρκτή έναν αιχμάλωτο Έλληνα αρτοποιό, ο οποίος τους ενημέρωσε για τις εξελίξεις. Ένας Τούρκος, ο Τατάραγας (επικεφαλής της ταχυδρομικής υπηρεσίας), ανακοίνωσε στους ομήρους τον απαγχονισμό του (Δημητσανίτη) Οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου του Πέμπτου, που αγνοούσαν.

Λίγο αργότερα, ένας Τούρκος μπέης, παλαιός φίλος του Δελιγιάννη, τον κάλεσε κατ’ ιδίαν και του ζήτησε οι όμηροι να στείλουν επιστολές στις επαρχίες τους, συνιστώντας υπακοή στους επαναστατημένους Έλληνες. Ο Δελιγιάννης αντέτεινε ότι δεν μπορούν πιά να ασκήσουν καμμία επιρροή, αλλά ο μπέης επέμεινε, και τότε ο Δελιγιάννης ζήτησε ως αντάλλαγμα να τους βγάλουν από την ειρκτή. Ο Δελιγιάννης στην συνέχεια εισηγήθηκε στους ομήρους να δεχθούν, ώστε οι Τούρκοι να χάσουν χρόνο περιμένοντας μάταια απάντηση. Τελικά ο δραγουμάνος Σταυράκης Ιωβίκης συνέταξε τις επιστολές, οι όμηροι τις υπέγραψαν και σαράντα Έλληνες αγγελιοφόροι τις μετέφεραν στις επαρχίες, διαφεύγοντας ταυτόχρονα από την πολιορκημένη Τρίπολη και γλυτώνοντας την ζωή τους. Απαντήσεις φυσικά δεν ήρθαν ποτέ και οι όμηροι επανήλθαν στο μπουντρούμι.

Στις 12 Μαϊου, μπροστά από την φυλακή περνάει τουρκικός στρατός, ιππικό, πεζικό. Ο Παπαλέξης ρωτάει τον δεσμοφύλακα πού κατευθύνονται, και ο Τούρκος του δίνει παραπλανητική απάντηση: «Διορίστηκε ο Αχμέτ-μπέης ο Κορωνιός να κατεβεί στο Άργος για να θερίσει τα κριθάρια και να μπάσει τις προμήθειες». «Πού πηγαίνουν οι πεζοί;», ρωτάει ο Παπαλέξης. «Πηγαίνουν στα χωριά για πλιάτσικο.» Αλλά το μεσημέρι ένας Έλληνας μαραγκός ήρθε στο παράθυρο της φυλακής, προσέφερε στους κρατούμενους ψωμί, χαβιάρι και ξύδι και ψιθύρισε: «Στο Βαλτέτσι καίγεται το λιθάρι». Οι όμηροι, κλαίγοντας από χαρά, έψαλλαν παρακλήσεις μέχρι τα μεσάνυχτα. Την νύχτα, ο Θεόδωρος Δελιγιάννης έμεινε άγρυπνος, όπως το συνήθιζε, για να κρυφακούει. Στην σιωπή της νύχτας άκουσε να χτυπούν την πύλη του σεραγιού. Κάποιος άνθρωπος έφερε τραυματίες, και, όταν ρωτήθηκε από τον φρουρό, απάντησε: «Μας έφαγαν τα σκυλιά». Ο Δελιγιάννης ξύπνησε τους ομήρους, τους ανήγγειλε τα νέα και όλοι ενθουσιασμένοι έψαλλαν μέχρι το πρωί δοξολογίες.

Την επομένη το πρωί, ακούστηκε από μακρυά κρότος εκατοντάδων όπλων (ήταν από τους Καλαβρυτινούς που έσπευδαν στο Βαλτέτσι), αλλά, καθώς δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί, στέκονταν αμίλητοι. Ο Τούρκος δεσμοφύλακας τους ρώτησε: «Γιατί δεν μιλάτε σαν άλλες φορές;». «Τι να πούμε και τι να μιλήσουμε. Εξάλλου δεν έχουμε και τίποτα να πούμε», απάντησαν οι όμηροι. Για να συμπεράνει ο Τούρκος θυμόσοφα: «Πόλεμος είναι αυτός και πότε το ένα μέρος νικάει πότε τ’άλλο».

Ο Αναστάσης Μαυρομιχάλης, που βρισκόταν υπό την επιτήρηση του καϊμακάμη, τους ενημέρωσε μεν με υπηρέτη του για την νίκη στο Βαλτέτσι, αλλά λεπτομέρειες έμαθαν από Τούρκο που φυλακίσθηκε μαζί τους για κάποιον λόγο, τον οποίον επιτήδεια ανέκριναν.

Τον Ιούλιο, και ενώ είχε αποτύχει μία προσπάθεια του Δελιγιάννη να εξαγοράσει την σωτηρία τους μέσω του τουρκαλβανού μισθοφόρου Αχμέτ-Δέμου, λόγω του θανάτου του τελευταίου, οι όμηροι μεταφέρθηκαν στον επάνω όροφο. Ο Σωτήρος Κουγιάς τους έφερε καθαρά ρούχα, διότι τα άλλα είχαν σαπίσει από τον ιδρώτα και την αναλλαξιά. Μετά τον Δεκαπενταύγουστο, ένας Τούρκος αξιωματούχος προσέφερε αρνί στον Έλληνα χειρουργό που του θεράπευσε την πληγή. Ο Δελιγιάννης το έμαθε και παρήγγειλε στον γιατρό την ωμοπλάτη για να την «διαβάσει» (η ωμοπλάτη από την εποχή του Ομήρου θεωρείται οιωνός). Άφωνοι οι όμηροι βλέπουν το σχήμα ανθρώπου με αποκολλημένο το ένα πόδι. Ο Παπαλέξης ερμήνευσε ότι ο άνθρωπος ήταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία και το αποκολλημένο πόδι η Ελλάδα (την ωμοπλάτη την φύλαξε μέχρι τον θάνατό του).

Τον Αύγουστο, οι όμηροι άρχισαν να καταρρέουν σωματικά. Επίσης τους τελείωσαν τα χρήματα που είχαν μαζί τους και με τα οποία εξαγόραζαν διάφορες στοιχειώδεις εξυπηρετήσεις από τους δεσμοφύλακες. Στις 10 Σεπτεμβρίου (και αφού ο Μητροπολίτης Κορίνθου, που είχε τύχει προνομιακής μεταχείρισης από τον Κιαμήλμπεη, ζήτησε από τους κρατουμένους να υπογράψουν προσκυνοχάρτι στους Τούρκους για να τους δανείσει χρήματα, προκαλώντας την οργή των ομήρων), ο Περούκας πρότεινε να στείλουν καταπραϋντική επιστολή στους Τούρκους για να ελευθερωθούν. Παπαλέξης και Δελιγιάννης ομόφωνα απάντησαν: «Πώς να προσπέσουμε μεις σ’αυτούς, αφού μας μεταχειρίστηκαν με τέτοιο τρόπο; Αυτοί έπρεπε για την ασφάλειά τους να μας φυλάξουν και να μας περιποιηθούν παίρνοντας έναν από μας ο καθένας στο σπίτι του και ύστερα ας μας έκαναν ό,τι ήθελαν. Μπορούν λοιπόν τώρα τα χέρια μας να γράφουν ‘οι σκλάβοι σας’, αφού εμείς σε λίγο θα πάρομε αυτούς σκλάβους;».

Τον Σεπτέμβριο οι όμηροι άρχισαν να πεθαίνουν. Πρώτος πέθανε ο Μονεμβασίας Χρύσανθος από ασιτία. Μετά από λίγες μέρες πέθανε ο ιεροδιάκονος του Χριστιανουπόλεως. Εν τω μεταξύ αρρώστησε (πιθανώς από τύφο) ο Κοπανίτσας.

Η στάση του Μελέτη Μελετόπουλου δείχνει την αλληλεγγύη, τον ανθρωπισμό και την αυτοθυσία ενός πραγματικού άρχοντα σε συνθήκες απαθλίωσης. Σύμφωνα με τον Ζαφειρόπουλο, «Τον δε Κοπανίτσαν ασθενήσαντα, υπηρέτει μεν ο Μελέτιος, όστις ήτο παρ’αυτώ, ανεπλήρωνε δε τον ιατρόν ο Περρούκας. Αλλ’ όμως, αναρρώσαντος αυτού μετ’ ολίγας ημέρας, ησθένησε την 17 Σεπτεμβρίου ο Μελέτιος και εκινδύνευσε, συγχρόνως δε ανεβιβάσθησαν άπαντες εις το άνω δωμάτιον του Σεραγίου, όπου ήταν εν αρχή, απαλλαχθέντες και της αλύσσεως, αλλά την επιούσαν απέθανεν ο Μελέτιος».

Ο Μελέτης Μελετόπουλος απεβίωσε επομένως στις 18-9-1821, μία εβδομάδα πριν την ΄Αλωση της Τριπολιτσάς [το γεγονός του θανάτου του αναφέρεται και από πολλές άλλες πηγές, όπως Φωτόπουλος, έ.α., σ. 139, Φραντζής, έ.α., τόμος Δ’, σ. 109]. Πιθανόν μολύνθηκε από τύφο, οπωσδήποτε όμως συνετέλεσε καθοριστικά η εξάντληση, η ασιτία, η κακουχία, που στάθηκε μοιραία για την προχωρημένη ηλικία του. Ήταν έτσι ο πρώτος νεκρός από τους άρχοντες που προσφέρθηκαν ως όμηροι στους Τούρκους, προκειμένου να αποτρέψουν την καταστολή της Επανάστασης, γνωρίζοντας ότι αυτή επίκειται και μάλιστα έχοντας συμμετάσχει στην προετοιμασία της. Γι’αυτό και το όνομά του αναγράφεται πρώτο στο ηρώο των μαρτύρων της Επαναστάσεως, στην πλατεία του Άρεως, στην Τρίπολη.

Οι όμηροι, όπως προαναφέρθηκε, μεταφέρθηκαν στο επάνω δωμάτιο και τους παρασχέθηκε τροφή, η οποία όμως τους έβλαψε λόγω της προηγηθείσας παρατεταμένης ασιτίας, και πέθαναν σε μία μέρα ο Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Δημητσάνης Φιλόθεος, ο Παπαλέξης, ο Αναγνώστης Κωστόπουλος, ο πρωτοσύγγελος του Ανδρούσης Χρύσανθος. Τις επόμενες μέρες πέθαναν ο Τριπόλεως και ο Θεόδωρος Δελιγιάννης. Επεβίωσαν τελικά μόνον δύο αρχιερείς και έξι πρόκριτοι, που έζησαν το συγκλονιστικό γεγονός της Απελευθέρωσης της Τριπολιτσάς από τα Ελληνικά στρατεύματα στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821, μετά από τέσσερις φρικτούς αιώνες δουλείας. Λίγοι όμως έφθασαν ζωντανοί πίσω στις επαρχίες τους και πολλοί λίγοι επέζησαν από τις κακουχίες.

Ο Κανέλλος Δελιγιάννης γράφει στα Απομνημονεύματά του: «Οι εις την Πελοπόννησον της πρώτης τάξεως υποκινήσαντες και ενεργήσαντες αυτόν τον αγώνα και (οίτινες) έρριψαν τον ακρογωνιαίον λίθον του κολοσσαίου αυτού οικοδομήματος ήτον οι εξής: Οι αδελφοί Δεληγιανναίοι, ο πατήρ και υιός Ζαϊμαίοι, ο Παπαλέξης, οι Παπατσώναι, ο Κρεββατάς, ο Λόντος, ο Σ. Χαραλάμπης, ο Ιωάννης Περρούκας, ο Κανακάρης, ο Σισίνης, ο Φωτήλας, ο Κοπανίτσας και Μελέτης Μισθριώται. Κατά δεύτερον δε λόγον….» [και αναφέρει άλλα ονόματα]. [Κοπανίτσας, 90].

Σύμφωνα με τον Σιγανό [σ.651] «Ο Μελέτιος Μελετόπουλος κατατάσσεται μεταξύ των επτά εξαιρέτων πολιτικών ανδρών του Αγώνος».

Πράγματι, στις 26 Ιουνίου 1865 οι κληρονόμοι του Μελέτη Μελετόπουλου, οι Εμμανουήλ Μελετόπουλος, Παναγιώτης Μελετόπουλος, Δημήτριος Μελετόπουλος και Μαρία Μελετοπούλου σύζυγος Ιωάννου Ρουσοπούλου υπέβαλαν προς την επί των Αγώνων επιτροπή αίτημα για ηθική ανταμοιβή του πατέρα τους, που είχε ως αποτέλεσμα στις 22 Μαϊου 1871 «να καταταχθή ο Μελέτιος Μελετόπουλος εις την Α΄Τάξιν». Είναι όμως συγκινητικό το περιεχόμενο της αιτήσεως: Συμμορφούμενοι οι υποφαινόμενοι υιοί και κληρονόμοι του ποτέ Μελετίου Μελετοπούλου με τας από 22 Φεβρουαρίου ε.τ. οδηγίας της επιτροπής ταύτης υποβάλλομεν την εσώκλειστον αναφοράν,ην είχομεν υποβάλλει εις την κατά το 1846 επιτροπήν με τας ακολούθους παρατηρήσεις.

Και τότε, ως και ήδη, περιττήν εθεωρήσαμεν την διά πιστοποιητικών βεβαίωσιν της εκδουλεύσεως του πατρός μας αυτού, διότι ταύτην εβεβαίωσεν και πασίγνωστον κατέστησεν η ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως και τα συγκροτούντα την τότε επιτροπήν εγνώριζον και τα απαρτίζοντα την παρούσαν γνωρίζουσιν, ως εκ της θέσεώς των κατά το διάστημα του Αγώνος, ότι προς τον σκοπόν της αποκρύψεως του μελετομένου υπέρ ανεξαρτησίας της πατρίδος Αγώνος, ίνα μη μέχρις ου φθάσει η ώρα της εκρήξεως αυτού προληφθή ούτος και δι’ άλλων μέσων και ιδίως διά της επαπειλουμένης από ημέρας εις ημέραν και από ώρας εις ώραν εν γένει σφαγής των χριστιανών, προσεφέρθησαν οι αρχιερείς και προεστώτες της Πελοποννήσου όμηροι εις την καθέδραν του πασά αυτής, βληθέντες δε εις ειρκτήν μετά την έκρηξιν αυτού, οι πλείστοι τούτων, εν οις και ο πατήρ μας, ετελεύτησαν ως εκ των φρικτών βασάνων.

Της τοιαύτης δε εκδουλεύσεως την σημασίαν αποχρώντως παριστά η κατ’ απόφασιν της αντιπροσωπείας του έθνους ανάρτησις της εικόνος αυτού εις την αίθουσαν του πρώτου Βουλευτηρίου μεταξύ των εικόνων των μεγάλων ανδρών της επαναστάσεως και επί κεφαλής αυτών με την ακόλουθον επιγραφήν:

«Ούτοι πάντες αρχιερείς και προεστώτες της Πελοποννήσου μεμυημένοι το της ελληνικής παλιγγενεσίας μέγα έργον εκόντες παρέδωκαν εαυτούς ταις επιτοπίαις οθωμανικαίς αρχαίς, ίνα την όσον ούπω κατά της τυραννίας εκραγησομένην επανάστασιν αποκρύψειαν. Εκραγείσης δε ταύτης οι μεν άλλοι πάντες εις ειρκτήν βληθέντες, χρόνον ου μικρόν, κατείχοντο δέσμιοι. Τρεις δε μόνον έμενον άδεσμοι, παρά μεν τω Κιαμήλμπεη ο της Κορίνθου αρχιερεύς και Σωτήριος Νοταράς, παρά δε των Καϊμακάμη ο Αναστάσιος Μαυρομιχάλης, υπό κακουχίας δε οι πλείστοι ετελεύτησαν την της πατρίδος ελευθερίας τω θεώ παραθέμενοι…..» [Αρχείο οικογένειας Μελετόπουλου].

Εις το Μητρώον των Πολιτικών, ο Μελέτης Μελετόπουλος αναγράφεται υπ’ αύξοντα αριθμόν.-53, με την παρατήρηση: «Εκ των προκρίτων της Πελοποννήσου. Μέλος της Φιλικής Εταιρείας, προσεφέρθη όμηρος εις τους εν Τριπόλει Οθωμανούς. Μετά την έκρηξιν της Επαναστάσεως απεβίωσεν εν των βασάνων. Διά της τελευταίας πράξεώς της η Ολομέλεια τον κατέταξεν εις την εξαίρετον τάξιν».

Το όνομα του Μελέτη Μελετόπουλου αναγράφεται πρώτο στην αναθηματική στήλη στην πλατεία του ΄Αρεως, στην Τρίπολη, στην βάση της οποίας βρίσκεται το οστεοφυλάκιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Ο θεσμός της δημογεροντίας, δηλαδή της αιρετής τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τους περισσότερους μελετητές αποτελεί επιβίωση των θεσμών της άμεσης δημοκρατίας του αρχαιοελληνικού άστεως, προϊόν του κατακερματισμού της ελληνικής ενδοχώρας, διαχρονικό στοιχείο της ιστορικής αυτοσυνειδησίας και της πολιτικής οργάνωσης των Ελλήνων, που αναπαράγεται με κοινωνικό αυτοματισμό σε κάθε κρίσιμη για την επιβίωση του έθνους περίοδο της Ελληνικής ιστορίας. Οι κοινότητες, σύμφωνα με τον Μοσχοβάκη στην κλασσική του διατριβή ΤΟ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΔΗΜΟΣΙΟΝ ΔΙΚΑΙΟΝ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ [1882] αλλά και τις άλλες σχετικές έρευνες και πηγές, βρήκαν έδαφος για να αναπτυχθούν λόγω της διοικητικής αδυναμίας των Οθωμανών και λειτουργούσαν ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: αφ’ ενός ως διοικητικό εξάρτημα, συμπλήρωμα και υποκατάστατο του οθωμανικού συστήματος διακυβέρνησης και φορολογικός μηχανισμός των Οθωμανών, αφ’ ετέρου ως αυτόνομο, στεγανό σύστημα αυτοδιοίκησης και εσωτερικής διακυβέρνησης των υποδούλων Ελλήνων. Το εκπληκτικό είναι ότι, επί αιώνες, στις Ελληνικές κοινότητες λειτουργούσε ο θεσμός της καθολικής ψηφοφορίας, τα μέλη των κοινοτήτων μία φορά τον χρόνο ψήφιζαν κανονικά στο προαύλιο της Εκκλησίας τους εκπροσώπους τους, η δε εκλογή επικυρωνόταν τυπικά από την εκκλησιαστική ιεραρχία και την οθωμανική διοίκηση με ελάχιστες παρεμβάσεις.

Στην τελευταία φάση της Τουρκοκρατίας, τον 18ο αιώνα, αναδείχθηκαν ισχυρές οικογένειες με οικονομική ισχύ και διασυνδέσεις στα οθωμανικά κέντρα εξουσίας και στο πολιτικό σύστημα της Κωνσταντινούπολης. Ώστε το μεν δικαίωμα του εκλέγειν ήταν καθολικό αλλά το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στην πράξη περιορίστηκε σε συγκεκριμένες οικογένειες. Οι οποίες απέκτησαν ταξική συνείδηση ιθύνουσας τάξης, αρχοντικά οικήματα, κτηματική περιουσία, σωματοφύλακες και πατερναλιστική σχέση με τους πληθυσμούς της υπαίθρου.

Το βιοτικό τους επίπεδο ήταν ανώτερο από αυτό των υπολοίπων Ελλήνων, η διαφορά αυτή όμως δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται: στο οθωμανικό πλαίσιο, οι ραγιάδες αποτελούν για τους Τούρκους κατακτητές ένα ενιαίο σώμα σκλάβων, ακόμα και οι κεφαλές τους, οι κοτσαμπάσηδες (κοτσάμπασης: μεγάλο κεφάλι) δεν είναι παρά κεφαλές ραγιάδων. Διατρέχουν τους ίδιους κινδύνους αυθαίρετης δίωξης, δήμευσης περιουσίας ή και θανάτωσης από τον εκάστοτε πασά (στην προεπαναστατική Πελοπόννησο οι περισσότεροι μοραγιάννηδες κατέληξαν στο ικρίωμα). Και ο κατώτερος Μουσουλμάνος θεωρείται, στην οθωμανική κοινωνική δομή, νομικά ανώτερος από τον επιφανέστερο Χριστιανό άρχοντα.

Εξ άλλου οι υπόδουλοι Έλληνες ζουν σε κοινότητες όλοι μαζί, η μοίρα τους είναι αλληλένδετη. Η καταξίωση των αιρετών προκρίτων έγκειται στην επιτυχημένη διαχείριση της κοινοτικής περιουσίας και στην διεκπεραίωση των κοινοτικών υποθέσεων, που είναι απτές και άμεσες, π.χ. η εκτέλεση ή συντήρηση δημοσίων έργων, και κυρίως η δίκαιη κατανομή, συλλογή και απόδοση του κοινοτικού φόρου, που είναι και το κύριο καθήκον τους, διότι από αυτό εξαρτάται η επιβίωση της κοινότητας.

Η Επανάσταση δεν θα είχε κάν αρχίσει χωρίς τους προεστούς. Οι προεστοί διέθεταν παιδεία, γενικώτερη εποπτεία του ελληνικού προβλήματος καθώς και πολιτική εμπειρία από την μακροχρόνια συναναστροφή και συναλλαγή με τους κατακτητές, γι’αυτό και η μύησή τους από την Φιλική Εταιρεία ήταν το κλειδί για την επιτυχία της Επανάστασης. Ειδικά η συμμετοχή της δημογεροντίας της Πελοποννήσου, της οικονομικά πιο ανεπτυγμένης και γεωστρατηγικά πλέον κρίσιμης περιοχής των υποδούλων ελληνικών χωρών, λόγω και της εγγύτητας προς την Δύση, ήταν απαραίτητη. Οι Πελοποννήσιοι προεστοί ήταν πλούσιοι, μορφωμένοι, είχαν ισχυρές διασυνδέσεις στο εξωτερικό. Μεγάλες και ισχυρές οικογένειες μοραγιάννηδων και βεκίληδων είχαν συσσωρεύσει τεράστιο πλούτο, εμπειρία και επιρροή.

Ειδικά οι προεστοί του Μυστρά ασκούσαν τεράστια επίδραση. «Όπως μας είναι γνωστό», γράφει ο Διονύσιος Σιγανός [Η ΣΠΑΡΤΗ ΚΑΙ Η ΛΑΚΕΔΑΙΜΩΝ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΛΑΚΩΝΩΝ ΑΠΟ ΤΩΝ ΜΥΘΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΚΑΘΉΜΩΝ, Αθήναι 1959, σ.427], «κάθε προπαγάνδα και προσπάθεια εξεγέρσεως των Ελλήνων εξεδηλούτο από την Λακωνίαν και δεν εξεδηλούτο, εάν δεν υιοθετείτο υπό των προυχόντων του Μυστρά».

Στα πλαίσια του οθωμανικού κράτους, οι ισχυροί αυτοί άρχοντες κατείχαν προνομιακή θέση. Αλλά γνώριζαν ότι ήταν άρχοντες σκλάβων και σκλάβοι οι ίδιοι, γι’αυτό και θυσίασαν την ισχύ τους και τον πλούτο τους, ακόμα και την ζωή τους, προκειμένου να επιτύχουν την ανεξαρτησία της πατρίδας τους. Ο Σιγανός [έ.α., σς. 444-445] αναφέρει ότι «Ως εκ των ιδιαιτέρων των καθηκόντων οι δημογέροντες και πρόκριτοι της επαρχίας ήσκουν πειθαρχίαν επί του λαού και εν συνεργασία μετά του κλήρου διετήρησαν την συνοχήν του Έθνους, ενεφύσησαν την φλόγα της εθνικής συνειδήσεως και εχάλκευσαν την υπομονήν και τας ελπίδας του Γένους. Παρεσκεύασαν και διηύθυναν εκάστοτε τας δυνάμεις προς την επανάστασιν και την απελευθέρωσιν. Πρώτοι πάντων υπέστησαν αδιαμαρτυρήτως και αγογγύστως τας μεγαλυτέρας θυσίας εις αίμα και χρήμα».

Ο Αναστάσης Δελιγιάννης, γόνος μίας από τις πλουσιώτερες οικογένειες πελοποννησίων προεστών και μοραγιάννηδων, όταν δέχθηκε την παρατήρηση ότι δεν διαφύλαξε ένα έστω μικρό μέρος της τεράστιας περιουσίας του την οποία διέθεσε ολόκληρη στον Αγώνα, απάντησε ότι «Ας ελευθερωθούμε και τότε ας βγάνουμε εμείς και τα παιδιά μας λάχανα με το μαχαίρι για να ζούμε», απάντηση που δείχνει καθαρά με ποιόν τρόπο η εθνική συνείδηση των προεστών υπερίσχυσε ξεκάθαρα της ταξικής.

ο αγωνιστής της Επανάστασης και πολιτικός Εμμανουήλ Μελετόπουλος, πρώτος δήμαρχος της Σπάρτης

Σύμφωνα με το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας [που εκπονήθηκε από τον παππού μου Μελέτη Μελετόπουλο σε συνεργασία με τον δάσκαλο και ιστορικό της Επαναστάσεως Ηλία Παπαθανασόπουλο], ο προεστός Μελέτης Μελετόπουλος έκανε τα εξής παιδιά: τον πρωτότοκο Εμμανουήλ (Μανουήλ ή Μανώλο), που υπήρξε πολιτικός, νομάρχης, βουλευτής, πληρεξούσιος, γερουσιαστής και πρώτος Δήμαρχος της Σπάρτης. Τον Δημήτριο, (που υπήρξε και αυτός Δήμαρχος Σπάρτης), τον Παναγιώτη και την Μαρία, σύζυγο Ιωάννου Ρουσσοπούλου. Όλα τα παιδιά του προεστού έδωσαν το όνομα Μελέτης στους γυιούς τους.

Ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος (1800-1866), όπως προκύπτει από το οικογενειακό αρχείο, είχε φοιτήσει στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, και ήταν εγγράμματος. Έτσι εξηγείται και η συμμετοχή του, από νεαρότατη ηλικία, σε όλες σχεδόν τις Εθνοσυνελεύσεις της Επαναστάσεως και σε διάφορες πολιτικές και διοικητικές θέσεις. Συμμετείχε σε πολλές μάχες κατά την διάρκεια της Επανάστασης επικεφαλής δικού του εκστρατευτικού σώματος, στο πλευρό του Κολοκοτρώνη. Πιθανώς σε αυτόν αναφέρεται ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του [έ.α., σ. 169], όταν, διηγούμενος τις επιδρομές του Ιμπραήμ, γράφει ότι στην Αλωνίσταινα πολέμησαν μαζί του «ο Μελετόπουλος και ο Νικολάκης Πετμεζάς». Το Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν[1947, τόμος ΙΓ΄] του Ηλίου αναφέρει στο λήμμα Εμμανουήλ Μελετόπουλος τα εξής: « Αγωνιστής και πολιτικός εκ Λακεδαίμονος. Έλαβε μέρος , επικεφαλής ιδίου σώματος, εις πλείστας μάχας εις Πελοπόννησον, συμπολεμών μετά του Θ. Κολοκοτρώνη». Ο Κανέλλος Δελιγιάννης τον συγκαταλέγει στους «θεμελιωτάς της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» [Κοπανίτσας, έ.α., 89].

Στις 2 Απριλίου 1821, ενώ ο προεστός πατέρας του Μελέτης Μελετόπουλος βρισκόταν εγκάθειρκτος στην Τριπολιτσά, ο (νεαρότατος, εικοσαετής) Εμμανουήλ συνυπογράφει με τον Λακεδαιμονίας Χρύσανθο, τον Μανόλο Αλεξανδράκη, τον Γιαννάκη Μορφογένη, τον Παναγιώτη Κρεββατά και τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη δραματική επιστολή προς τους προκρίτους των Σπετσών και της Ύδρας με την προτροπή να συμμετάσχουν στην εκραγείσα επανάσταση, και την πληροφορία ότι αποστέλλεται ο Παν. Γολόπουλος να τους ομιλήσει «περί των αναγκαίων γενέσθαι» [Σιγανός, 525]. Είναι γνωστό ότι η επιστολή αυτή, η οποία υπάρχει στο οικογενειακό αρχείο αλλά ταυτόχρονα είναι δημοσιευμένη από τους ιστορικούς της επαναστάσεως, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην προσχώρηση των οικονομικά και ναυτικά ισχυρών νήσων του δυτικού Αιγαίου στην Επανάσταση. Είναι όμως ενδιαφέρον ότι ο νεαρός Εμμανουήλ υπογράφει κάτω από τα ονόματα του Κρεββατά και άλλων επιφανών προεστών, γεγονός που εξηγείται διότι προφανώς λειτουργούσε ως αντικαταστάτης του έγκλειστου πατέρα του. Παρά ταύτα, πρέπει να έπαιξε ρόλο η μόρφωσή του και η συνετή του προσωπικότητα για να ληφθεί υπ’όψιν ως ισότιμος από τους επιφανείς προκρίτους του Μυστρά. Η μετέπειτα πορεία του δικαίωσε την πρόωρη ανάδειξή του, αφού εκπροσώπησε την Λακωνία σε όλες τις Εθνοσυνελεύσεις του Δεκάτου Ενάτου Αιώνος, μέχρι και αυτήν που αντικατέστησε την δυναστεία του Όθωνα με αυτήν του Γεωργίου Α΄.

Ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος, αν και σε νεαρότατη ηλικία, έλαβε μέρος στην Συνέλευση των Καλτεζών, τον Μάϊο του 1821, όπου εκπροσωπήθηκε ο πυρήνας της Πελοποννησιακής δημογεροντίας. Στην συνέλευση πήραν μέρος κληρικοί και προεστοί από όλη την Πελοπόννησο. Πρόεδρος της συνέλευσης ήταν ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Από την Συνέλευση προέκυψε το πρώτο επίσημο νομικό κείμενο της σύγχρονης Ελλάδος και ο πρώτος Καταστατικός της Χάρτης. Η συνέλευση συνέστησε τον Γενικό Οργανισμό της Πελοποννήσου και τον Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Η τελευταία ίσχυσε μέχρι την Β' Εθνοσυνέλευση του Άστρους τον Απρίλιο του 1823. Ήταν η πρώτη Διοικητική Αρχή του επαναστατημένου Έθνους και έθεσε τις βάσεις για τη νομοθετική οργάνωση του ελληνικού κράτους. Έλαβαν μέρος ακόμη ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ο Σωτήρης Χαραλάμπης, ο Αθανάσιος Κανακάρης, ο Νικόλαος Πονηρόπουλος , ο Αναγνώστης Παπαγιανόπουλος, ο Παναγιώτης Κρεββατάς, ο Νικόλαος Παλλαδάς, ο Νικόλαος Σπηλιωτόπουλος, ο Παναγιώτης Οικονόμου, ο Παναγιώτης Γολόπουλος. Ο Εμμ. Μελετόπουλος αναφέρεται ως εκπρόσωπος της Λακωνίας. «Ήταν από τους πρώτους του Μεγάλου Ξεσηκωμού και το 1823 έγινε έπαρχος» [λόγος του Βασίλειου Σχίζα, στην εκδήλωση για την 191η επέτειο της Συνελεύσεως και της συγκροτήσεως της Πελοποννησιακής Γερουσίας στην Ιερά Μονή Καλτεζών].

Στην συνέχεια, ο Εμμ. Μελετόπουλος ορίστηκε επιστάτης των δημοσίων κτημάτων. Ιδού σχετικό έγγραφο:

«Οι διορισμένοι επιστάτες εκ μέρους της υπερτάτης Διοικήσεως και της Κεντρικής Πελοποννησιακής Γερουσίας δια την επί δημοπρασίας πώλησιν των ιλτιζαμίων της επαρχίας Καρυταίνης, συνελθόντες επί το αυτό απωλήσαμε το εφετεινόν ιλτιζάμι της δεκατιάς και μέρους τρίτου, των χωρίων, λαγκαδίων, κόκλα και κορδέλας, προς τους κυρίους κωνσταντίνον δεληγιάννην, αθανάσιον δεληγιάννην, και μιχάλην οικονομόπουλον δια γρόσια δύο χιλιάδες, ήτοι γρόσια 2.000: οίτινες μας εμέτρησαν επί χείρας γρόσια εξακόσια εξήντα έξι, ήτοι γρόσια 666: υποσχόμενοι να πληρώσουν και τα λοιπά με δύο δόσεις, δηλαδή τα μεν ήμισυ εις τας 15: Ιανουαρίου κατά την ήν ελάβομεν περί τούτων ομολογία των. Οι ειρημένοι αγορασταί έχουσι και λαμβάνωσιν εν γένει από τα προϊόντα των διαφόρων ιδιοκτησιών το δέκατον, και από τα πρώιμα και όψιμα εθνικά γεννήματα τρία στα δέκα, έξω από τους κήπους και αμπέλια του χωρίου. Οι ζευγολάται και λοιποί κάτοικοι των χωρίων είναι εις χρέος να δίδουν κονάκι και μαγαζί εις τους ειρημένους αγοραστάς δια να βάνουν το τριτοδέκατον, και ένα πρωτόγερον, και να κουβαλούν και την δεκαετία μόνον του πρωίμου εις τα εκπάλαι συνήθη και διορισμένα μέρη. Ούτω δίδεται το παρόν με τας υπογραφάς μας και με την σφραγίδα της επαρχιακής εφορείας εις ένδειξιν.


1822: Ιουνίου 7: στεμνίτζα

Η εφορεία της επαρχίας Οι επιστάται των διοικήσεων

Καρυταίνης


[Σφραγίδα] Δημήτρης Ιωάννου, Μανόλης Μελετόπουλος, Θεόδωρος Ζωγράφος, Παναγιώτης Γιαννατάκης".


[Στ. Τσοτσορός, Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715 - 1828). Σελ. 249 - 254. Σχετική παραπομπή εγγράφου Γ. Α. Κ. , Υπ. Οικονομίας, φ. 6].


Στις 6 Μαϊου 1823, στην Τρίπολη, ο Εμμ. Μελετόπουλος εκλέγεται από το Βουλευτικό έπαρχος στο Νησί (Μεσσήνη), υπερισχύοντας με 38 ψήφους έναντι 11 του Ανδρέα Κασιμάτη.

Υπηρέτησε επίσης κάποιο διάστημα ως δικαστής σε ναυτοδικείο.

Στις 5 Απριλίου 1825 υπογράφει, μαζί με άλλους προκρίτους της Λακεδαίμονος, αναφορά προς το Εκτελεστικό για ζητήματα μισθοδοσίας στρατιωτικών [Σιγανός, σ.487-9].

Ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος εξελέγη στην συνέχεια πληρεξούσιος Λακωνίας στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1826. Η Εθνοσυνέλευση τον διόρισε μέλος της Επιτροπής των Γενικών Αναφορών και τον έστειλε εκπρόσωπό της στο Ναύπλιο.

Επίσης εξελέγη πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας το 1827, όπου αναφέρεται ως Μανουήλ, Εμμανουήλ ή Μανώλης.

Το 1832 συμμετείχε ως πληρεξούσιος Λακεδαίμονος στην λεγόμενη τεταρτοπέμπτη Εθνοσυνέλευση του Άργους, και υπέγραψε προκήρυξη κατά του Κολοκοτρώνη, που είχε έρθει σε σύγκρουση με τους προεστούς [Σιγανός, 675-7]. Στην συνεδρίαση Θ΄, υπό την προεδρία του Κ.Π.Νοταρά, στις 30 Ιουλίου 1832, συγκροτήθηκε επιτροπή εκπονήσεως του Συντάγματος, και «ενεκρίθη να συγκροτηθή αύτη από 15 μέλη, έχοντα την άδειαν να ζητήσουν εις τας εργασίας των, καθώς και των υπολοίπων επιτροπών τα μέλη, την συνδρομήν και άλλων ειδημόνων και πεφωτισμένων εκτός της Συνελεύσεως, τους οποίους προβαλλομένους παρ ’αυτών θέλει διορίζει επισήμως η Συνέλευσις». Στην συνέχεια η Εθνοσυνέλευση αποφάσισε να διορισθούν τρεις εκ των πληρεξουσίων οι οποίοι να προτείνουν τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής. Εξελέγησαν οι Τάτσης Μαγκίνας, Ρήγας Παλαμήδης και Εμ. Αντωνιάδης, οι οποίοι πρότειναν τα υπόλοιπα μέλη μεταξύ των οποίων οι Μαυροκορδάτος, Κριεζής, Παπαλεξόπουλος, Πολυζωίδης και Εμμανουήλ Μελετόπουλος. Προσετέθησαν στην συνέχεια οι Α.Δεληγιάννης και Μ.Τροχάνης, ώστε η επιτροπή έγινε 17μελής. [ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, 1832-1833, πρόλογος-εισαγωγή Γεωργίου Δημακοπούλου, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήναι 1972].

Μετά την Απελευθέρωση, ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος έλαβε ενεργό μέρος στις διεργασίες για την ίδρυση της νεώτερης Σπάρτης και υπήρξε από τους πρώτους οικιστές της (η οικογενειακή οικία των Μελετόπουλων στην νεόδμητη Σπάρτη οικοδομήθηκε επί της οδού Κλεομένους μεταξύ της Μητροπόλεως και του Δημαρχείου) και διετέλεσε πρώτος της Δήμαρχος. Σύμφωνα με τον τύπο της εποχής [ΛΑΚΩΝΙΚΑ, φύλλο 16, 1966]: «Αι πρώται αρχαί αι οποίαι εγκατεστάθησαν την 1η Ιανουαρίου 1837 εις την ιδρυθείσαν νέαν πόλιν ήσαν αι εξής: ….. Δήμαρχος: Εμμανουήλ Μελετόπουλος». Άγνωστες οι ακριβείς χρονολογίες της δημαρχίας του, αφού στα ΛΑΚΩΝΙΚΑ τ.136, 1988, σ.13, υπογράφει έγγραφο ως Δήμαρχος Σπάρτης στις 11 Νοεμβρίου 1846, ενώ σε άλλο έγγραφο, που δημοσιεύεται στα ΛΑΚΩΝΙΚΑ τ.142, 1989, σ.132, υπογράφει ως Δήμαρχος έγγραφο με ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου 1846. ΕΔιετέεσε Δήμαρχος σύμφωνα με το Αρχείο Σαλβαρά το 1837, 1838, 1842 (ο αδελφός του Δημήτριος τον διαδέχθηκε στο δημαρχιακό αξίωμα. Διετέλεσε δήμαρχος το 1846-49, το 1866 και το 1872).

Επίσης ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος εξελέγη πληρεξούσιος της Λακωνίας στην Εθνοσυνέλευση του 1843, μαζί με τον Π. Μπαρμπιτζιώτη, τον Νικόλαο Κορφιωτάκη και τον Σπύρο Κοπανίτσα, υιό του παλαιού συμπροεστού του πατέρα του. Η Εθνοσυνέλευση μάλιστα του ανέθεσε την προετοιμασία του εκλογικού νόμου [Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος ΙΓ΄του Ηλίου]. Εξελέγη γερουσιαστής το 1847, βουλευτής το 1847-1850, το 1850-1853 μαζί με τους Σπ. Κοπανίτσα, Αναγνώστη Κορφιωτάκη, Παρ. Ματάλα, το 1854-6, το 1859-1860 και το 1861-1862. Τέλος εξελέγη στην Εθνοσυνέλευση του 1864 πληρεξούσιος Λακωνίας, μαζί με τους Αναστ. Κορφιωτάκη, Σπ. Κοπανίτσα, Λεωνίδα Μαυρομιχάλη, Νικήτα Βαρβιτζιώτη, Ηλία Γιατράκο, Ν. Λεώπουλο, Ιωάννη Βαλασόπουλο. Κατά την διάρκεια των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης, σύμφωνα με το Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος ΙΓ΄του Ηλίου, υποστήριξε «μετά σθένους τα δίκαια των αγωνιστών, ως και το ζήτημα της απονομής συντάξεως εις τας χήρας και τα ορφανά του αγώνος». Σύμφωνα με νεκρολογία στην εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ, ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος διετέλεσε κατ’ επανάληψιν και αντιπρόεδρος της Βουλής.

Στις 28 Ιουλίου 1865, ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος υπέβαλε αίτηση προς την επί του Αγώνος Επιτροπήν διά της Νομαρχίας Λακωνίας, στην οποία εσωκλείει παλαιότερη αναφορά του τον Μάϊο του 1946, όπου εκθέτει την δράση του κατά την Επανάσταση.

Απ’ αρχής του υπέρ ανεξαρτησίας Αγώνος μέχρι τέλους αυτού υπηρέτησα ο υποφαινόμενος την πατρίδα και στρατιωτικώς και πολιτικώς, ποτέ μεν παρευρισκόμενος εις το στρατόπεδον και συμπράττων μετά των διευθυνόντων τας στρατιωτικάς και πολιτικάς του στρατού υποθέσεις, ως επί το πλείστον δε αποτελών μέρος του εις την πρωτεύουσαν της Λακεδαίμονος επαρχιακού συστήματος το οποίον είχε την φροντίδα της διευθύνσεως των πολιτικών και οικονομικών του πολέμου αντικειμένων.

Παρευρέθην, ως πληρεξούσιος της Λακεδαίμονος, εις την εν Καλτεζιαίς Πελοποννησιακήν Συνέλευσιν και εις τας εν Επιδαύρω, Τροιζήνι και Προνοία Εθνικάς Συνελεύσεις και υπηρέτησα μέχρι της ελεύσεως του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια εις διαφόρους πολιτικάς υπηρεσίας, οίον ως έπαρχος παρά την επαρχίαν Νησίου, ως οικονομικός υπάλληλος εις την επαρχίαν Καρυταίνης, ως επιστάτης προσόδων της Λακεδαίμονος και ως δικαστής εις το θαλασσινόν Δικαστήριον……».

Στην συνέχεια αναφέρει ότι ουδέποτε έλαβε την νενομισμένη αμοιβή για τις υπηρεσίες του αυτές, στο δε συνοδευτικό έγγραφο του 1865 ζητά να του δοθεί αποζημίωση, σύμφωνα με κάποιο ψήφισμα που είχε εκδοθεί και προέβλεπε ετεροχρονισμένες αποζημιώσεις στους αγωνιστές.

Ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος απεβίωσε παρά ταύτα το 1866 πάμπτωχος, καθώς όλη η περιουσία του πατέρα του δαπανήθηκε στον Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Σύμφωνα με τον Σιγανό [έ.α., 651], τάσσεται εις την Β΄σειράν των πολιτικών, υπ’αύξ. Αρ. Μητρ. 137, με την παρατήρηση: «Ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος, εκ των προκρίτων του Μυστρά, υπηρέτησε στρατιωτικώς και πολιτικώς καθ’όλον τον Αγώνα, πληρεξούσιος της εν Καλτεζαίς Πελοποννησιακής Συνελεύσεως και εις όλας τας λοιπάς συνελεύσεις και βουλάς κλπ.». Σύμφωνα με νεκρολογία στην εφημερίδα ΑΛΗΘΕΙΑ, ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος απεβίωσε στο Ναύπλιο (άγνωστο υπό ποιές συνθήκες) τον Φεβρουάριο του 1866.

Η ζωή του Εμμανουήλ Μελετόπουλου υπήρξε μία συγκλονιστική πορεία σε εποχή ανεπανάληπτης έντασης και συμπυκνωμένων ιστορικών γεγονότων. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Μυστρά της Τουρκοκρατίας, βιώνοντας δύο παράλληλες και αντιφατικές εμπειρίες: την δουλεία αλλά και την ιστορική μνήμη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που έβλεπε καθημερινά στα βυζαντινά μνημεία που περιβάλλουν τον οικισμό του Μυστρά. Το δεύτερο ήταν μία διαρκής άρνηση του πρώτου, η συνείδηση της καταγωγής από ένα έθνος με παγκόσμια ισχύ και ακτινοβολία υπονόμευσε την νομιμοφροσύνη προς την οθωμανική κυριαρχία και τον φόβο απέναντι στον δυνάστη. Έτσι εξηγείται άλλωστε ότι ένα πανάρχαιο έθνος, υποδουλωμένο σε μία δουλοκτητική, ανελεύθερη αυτοκρατορία, που θεωρούσε τους Έλληνες γκιαούρηδες (δηλαδή απίστους) και ραγιάδες (δηλαδή σκλάβους), επαναστάτησε για να ανακτήσει την ελευθερία του και την αξιοπρέπειά του.

Τα παιδικά και εφηβικά χρόνια του Εμμανουήλ ήταν ασφαλώς χρόνια οικογενειακής ευημερίας και ισχύος. Ανήκε σε μία προνομιούχο κάστα, την κάστα των προεστών. Αλλά έζησε την τραγική μοίρα του πατέρα του, προεστού και βεκίλη, που είχε ζήσει επί χρόνια στην Κωνσταντινούπολη και είχε πρόσβαση στην ίδια την οθωμανική κυβέρνηση, αλλά που οι Τούρκοι δεν δίστασαν να τον ρίξουν μαζί με τους επιφανέστερους προεστούς της Πελοποννήσου, σε μία ανήλιαγη, φρικτή ειρκτή, για να τους υπενθυμίσουν την πραγματική κοινωνική τους θέση στην «οσμανική πραγματικότητα», την οποία εσχάτως διάφοροι «νεωτεριστές» ιστορικοί επιχειρούν να εξωραϊσουν ως «πολυπολιτισμική» και «ανεκτική».

Η Επανάσταση έφερε την λυτρωτική ρήξη με τον κατακτητή. Η αναγκαστική υποκριτική νομιμοφροσύνη των προεστών προς τους Τούρκους έδωσε την θέση της στην πρωταγωνιστική συμμετοχή τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Οι περιουσίες τους και πολλών οι ζωές έγιναν παρανάλωμα στον τιτάνιο αγώνα ενός μικρού αλλά ένδοξου έθνους εναντίον μίας αχανούς αυτοκρατορίας, οικοδομημένης στο αίμα και στην βία.

Οι γόνοι των παλαιών προεστών, μαζί με τους αγωνιστές, συγκρότησαν την ιθύνουσα τάξη του νέου κράτους. Ο νεαρός Εμμανουήλ συμμετείχε στις Εθνοσυνελεύσεις του Αγώνα, ήταν παρών στην Τροιζήνα όπου αποφασίστηκε η ανάδειξη του Καποδίστρια σε Κυβερνήτη, κατέβηκε από τον Μυστρά ως πρώτος Δήμαρχος στην νεοκλασσική πόλη που ίδρυσαν ιδεαλιστικά οι πολεοδόμοι του Όθωνα, βίωσε δηλαδή και μάλιστα πρωτοστάτησε στην μετάλλαξη της τουρκοκρατούμενης Λακωνίας σε μία οιονεί ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Το 1843 συμμετείχε στην εκπόνηση και ψήφιση του Συντάγματος, στην συνέχεια εξελέγετο βουλευτής για είκοσι χρόνια και πρόλαβε να εκλεγεί πληρεξούσιος Λακωνίας και στην Εθνοσυνέλευση που αντικατέστησε την Δυναστεία του Όθωνος με αυτήν του Γεωργίου Α’. Είναι φανερό ότι ο πρωταγωνιστικός του ρόλος στην λακωνική ιστορία του 19ου αιώνος βασίστηκε όχι μόνον στην αίγλη της οικογενειακής του ιστορίας, αλλά και στην δική του προσωπικότητα, στην συμμετοχή του στην Επανάσταση και στην συνεχή εμπιστοσύνη του λακωνικού λαού στο πρόσωπό του.

ο πρόωρα χαμένος πολιτικός Μελέτης Εμμ. Μελετόπουλος

Ο κλάδος του Εμμανουήλ Μελετόπουλου ήταν αυτός που ανέλαβε την συνέχεια της πολιτικής παρουσίας της οικογένειας στην Λακωνία. Τα άλλα τέκνα του Μελέτη Μελετόπουλου απέκτησαν επιφανείς απογόνους, δικαστικούς, στρατιωτικούς, διπλωμάτες, καθηγητές πανεπιστημίου, διανοουμένους, ενώ ο κλάδος του Εμμανουήλ κληρονόμησε και αναπαρήγαγε την πολιτική διάσταση της οικογένειας.

Ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος παντρεύτηκε την Αικατερίνη Γιατράκου. Σύμφωνα με τον ιστορικό της οικογένειας Γιατράκου Αθανάσιο Φωτόπουλο [Οι Γιατράκοι του 1821, Αθήναι 2001, τ. Α΄ Ιστορικά, τ. Β΄ Αρχείο Παναγ. Γιατράκου], η οικογένεια αυτή κατάγεται από τους Μεδίκους της Φλωρεντίας και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821 και μετεπαναστατικά. Η φήμη της οικογένειας Γιατράκου αμαυρώθηκε με τον φόνο του Παναγιώτη Κρεββατά, ενός από τους σημαντικώτερους πολιτικούς ηγέτες της Επαναστάσεως (κατά τραγική ειρωνεία ο Κρεββατάς είναι πρόγονος του γράφοντος, όπως και οι Γιατράκοι). Προφανώς επρόκειτο περί γάμου πολιτικής σκοπιμότητος και επεκτάσεως της πολιτικής επιρροής της οικογένειας των Μελετόπουλων προς την νότια Λακωνική.

Ο Εμμανουήλ Μελετόπουλος με την Αικατερίνη Γιατράκου απέκτησαν τον Μελέτη (1836-1869) και τον Αριστείδη (1848-1908), αμφότερους εκλεγόμενους στην συνέχεια βουλευτές Λακωνίας. Επίσης απέκτησαν την Μαριγώ, σύζυγο Γ. Μανουσάκη, και την Αμαλία (μάλλον προς τιμήν της τότε βασίλισσας), σύζυγο του Ηλία Γεωργόπουλου, ο οποίος διετέλεσε Έπαρχος επί Όθωνος.

Ο πρωτότοκος γυιός του Εμμανουήλ, ο Μελέτης Μελετόπουλος (παππούς του παππού μου Μελέτη Μελετόπουλου), γεννήθηκε το 1833, σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, παντρεύτηκε την Αθηνά Γκικοπούλου και εξελέγη βουλευτής το 1868, διαδεχόμενος στην πολιτική τον πατέρα του. Ήταν ένα εξαιρετικά δυναμικό άτομο, μορφωμένος, ευφυής, ισχυρή προσωπικότητα, μάλιστα με πρωτοφανή σωματική ρώμη και λαμπρές προοπτικές για το μέλλον. Είχε εκλεγεί βουλευτής με το κόμμα του Ζαϊμη (τα κόμματα τότε στην ουσία ήταν συνασπισμοί τοπικών προυχόντων, οι δε δύο οικογένειες συνδέονταν πολιτικά από την Τουρκοκρατία). Αλλά πέθανε αιφνιδίως και νεώτατος το 1869, καθώς όδευε μόνος του και έφιππος προς την Αθήνα, έχοντας λάβει τηλεγραφική πρόσκληση του πρωθυπουργού Ζαϊμη να αναλάβει το υπουργείο Παιδείας. Υπέστη ακατάσχετη αιμορραγία λόγω αιμορροϊδων και απεβίωσε αβοήθητος στο Χάνι του Κρεββατά, στον δρόμο προς την Μεγαλόπολη. Το άλογό του επέστρεψε χωρίς τον αναβάτη του πίσω στην Σπάρτη, όπου οι οικείοι του αντιλήφθηκαν ότι κάτι είχε συμβεί και τελικά τον εντόπισαν νεκρό στον δρόμο για την Τρίπολη. Ήταν η πρόωρη διακοπή μίας λαμπρής πολιτικής σταδιοδρομίας, που προοιωνιζόταν λαμπρή.

Ο Μελέτης Μελετόπουλος είχε προλάβει να αποκτήσει δύο κόρες, την Κατίγκω (το όνομα από την μάμμη της Αικατερίνη Γιατράκου), που σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία του Αρσακείου και εργάσθηκε ως δασκάλα, και την Ελπίδα, αλλά όχι άρρενα απόγονο. Επειδή η ιστορική πολιτική οικογένεια κινδύνευε να εξαλειφθεί, συνήφθη συμφωνία με τον ιατρό Κωνσταντίνο Ασπιώτη, που παντρεύτηκε την Κατίγκω το 1899, ότι ο δευτερότοκος υιός τους θα ελάμβανε το ονοματεπώνυμο Μελέτιος Μελετόπουλος. Πράγματι, όταν η Κατίγκω απέκτησε το 1902 τον δεύτερο γυιό της, αυτός απέκτησε όχι μόνο το βαπτιστικό αλλά με συμβολαιογραφική πράξη και το επώνυμο του πάππου του, δηλαδή Μελέτης Μελετόπουλος (ο παππούς του γράφοντος), ώστε να μην εξαλειφθεί η ιστορική οικογένεια αλλά να επιβιώσει εκ θηλυγονίας.

Ο μικρότερος αδελφός του βουλευτή Μελέτη Μελετόπουλου, ο Αριστείδης (1848-1910), επίσης δικηγόρος, τον διαδέχθηκε στο βουλευτικό αξίωμα και στην ηγεσία του οικογενειακού τοπικού κόμματος. Στην εφημερίδα ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ [11-1-1877] δημοσιεύεται η είδηση ότι «Ο εκ Σπάρτης κ. Αριστείδης Μελετόπουλος υποστάς τας ενώπιον της Νομικής σχολής νενομισμένας εξετάσεις έτυχεν επαξίως των κόπων διδακτορικού πτυχίου.» Εμφανίζεται και ως πρόεδρος της Επαρχιακής Συνελεύσεως στις αρχές του 20ού αιώνα [Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ, φύλλο 7 Απριλίου 1957], που διαπραγματεύθηκε μεταξύ άλλων την σιδηροδρομική σύνδεση της Σπάρτης με την Αθήνα. Ήταν άκληρος, η δε αβελτηρία του οδήγησε σε αποσύνθεση το οικογενειακό τοπικό κόμμα. Τελευταία φορά εξελέγη βουλευτής Λακωνίας το 1905 και πέθανε το 1908, οπότε λήγει η παρουσία της οικογένειας στην πολιτική ζωή της Λακωνίας, ενώ τα περισσότερα μέλη της έχουν ήδη εγκατασταθεί στην Αθήνα και τα υπόλοιπα θα μετοικήσουν στην πρωτεύουσα πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

ο παππούς μου Μελέτης Μελετόπουλος

Ο παππούς μου Μελέτης Μελετόπουλος (1902-1976), Διευθυντής στην Εθνική Τράπεζα και στην Βασιλική Πρόνοια, πρώτος οικιστής και πρώτος Πρόεδρος της Κοινότητας Φιλοθέης μετά την Απελευθέρωση, γεννήθηκε στην Σπάρτη, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Ενώ ήδη φοιτούσε στην νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1920, αναγκάστηκε λόγω οικονομικού προβλήματος της οικογένειά του να δώσει εξετάσεις και επέτυχε να εισαχθεί στην Εθνική Τράπεζα, στο υποκατάστημα Φλωρίνης. Το 1922 στρατεύθηκε, πραγματοποίησε την βασική εκπαίδευση, αλλά, ενώ είχε ήδη ξεκινήσει για να τοποθετηθεί στην Στρατιά του Πάγκαλου στον Έβρο, απηλλάγη διότι ο μεγαλύτερος αδελφός του Ηλίας Ασπιώτης είχε ήδη φονευθεί στις 15 Αυγούστου 1921 στο Καλαί Γκρόττο (σημειωτέον ότι το 1940 στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο ο παππούς μου παρουσιάστηκε εθελοντής αλλά και πάλι απηλλάγη, διότι ο νόμος απαγόρευε αυστηρά την στράτευση αδελφών φονευθέντων εν πολέμω στρατιωτών). Στρατευόμενος, όμως, ο παππούς μου το 1922 έχασε την θέση του στην Τράπεζα. Οπότε το 1924 υποχρεώθηκε να δώσει εκ νέου εξετάσεις, στις οποίες πάλι επέτυχε και διορίστηκε στην Αλεξανδρούπολη (τότε Δεδεαγάτς). Μετά διορίστηκε για βραχύ χρονικό διάστημα στην Σπάρτη, στην συνέχεια στην Κόρινθο και ύστερα στην Αθήνα, στο κατάστημα της οδού Μητροπόλεως και μετά στην κεντρική διοίκηση, στο τμήμα εργασιών υποκαταστημάτων. Πάντοτε προαγόμενος κατ’ εκλογήν, ανήλθε όλη την ιεραρχία.

Παντρεύτηκε την Στέλλα Κούτση, κόρη του γαιοκτήμονα και γόνου της ιστορικής οικογένειας αγωνιστών του Εικοσιένα και εφοπλιστών των Σπετσών Γιωργάκη Κούτση, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. Τον πατέρα μου Ηλία και τον αδελφό του Γεώργιο.

Υπηρέτησε ως Διευθυντής της Εθνικής Τραπέζης στην γενέτειρά του Σπάρτη την δύσκολη περίοδο 1947-1952, υπό περιπετειώδεις συνθήκες, βοήθησε δε την οικονομική ανασυγκρότηση της Λακωνίας, χορηγώντας χαμηλότοκα δάνεια σε νέες επιχειρήσεις και μη εκτελώντας αποφάσεις κατασχέσεων σε πτωχευμένες οικογένειες. Παραθέτω εδώ πρωτοσέλιδο κείμενο από τα ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΑ ΝΕΑ, της 27-4-1951, δηλαδή την εποχή της μετάθεσης του παππού μου από την Σπάρτη στην κεντρική υπηρεσία στην Αθήνα, με τίτλο Ο κ. ΜΕΛ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ: Εις άλλην στήλην δημοσιεύεται άρθρον αναφερόμενον εις την συμβολήν της Εθνικής Τραπέζης διά την οικονομικήν ανόρθωσιν του τόπου. Θα είναι όμως ασυγχώρητος παράλειψις, εάν δεν εξαρθή ιδιαιτέρως η εξόχως αποδοτική εργασία του Διευθυντού του υποκαταστήματος Σπάρτης κ. Μελετίου Μελετοπούλου. Υπέροχος άνθρωπος αλλά και λαμπρός υπάλληλος, με πνεύμα κατανοήσεως και ευρύτητα αντιλήψεως, ο κ.Μελετόπουλος είναι ο μόνος Σπαρτιάτης που εδέχθη να υπηρετήσει εις την ιδιαιτέραν του πατρίδα και εις μίαν τόσον λεπτήν θέσιν. Επί μίαν ολόκληρον τετραετίαν, ο Διευθυντής του υποκαταστήματος Σπάρτης, εκράτησε εις ζηλευτόν επίπεδον το κύρος του μεγάλου πιστωτικού ιδρύματος και επετέλεσε ένα έργον διά το οποίον δικαιούται να είναι υπερήφανος. Ο έμπορος, ο βιοτέχνης, ο παραγωγός της Λακωνίας, εύρον εις το πρόσωπον του κ.Μελετοπούλου τον ειλικρινώς πολιτισμένον άνθρωπον και τον έργω ενισχυτήν της προσπαθείας των. Λυπούμεθα διότι γράφοντες όσα γράφομεν, θα προσκρούσωμεν εις την εγνωσμένην μετριοφροσύνην του κ.Μελετοπούλου. Δι’ ημάς όμως, είναι καθήκον η διακήρυξις της αληθείας. Και εν προκειμένω, οφείλομεν να ομολογήσωμεν ότι ο κ. Μ. Μελετόπουλος, ως εκ της θέσεώς του, του αψόγου ήθους του και της ευρείας αντιλήψεώς του, επέτυχε π ά ρ α π ο λ λ ά εις τον τομέα της βελτιώσεως των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών του τόπου. Σε διπλανό άρθρο, πάλι πρωτοσέλιδο, με τίτλο Η ΘΕΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΔΙΑ ΤΗΝ ΒΕΛΤΙΩΣΙΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ, τονίζεται ότι το εμπόριο, η βιομηχανία, η βιοτεχνία, ο παραγωγικός κόσμος εν γένει, εις την ενίσχυσιν της Εθνικής Τραπέζης εστηρίχθησαν διά να αναλάβουν ύστερα από τας τεραστίας εκτάσεως καταστροφάς που είχον υποστεί. Αναφέρεται στην συνέχεια ότι η Εθνική Τράπεζα στην Λακωνία, την δύσκολη εκείνη περίοδο, αύξησε τον αριθμό και το ύψος των πιστώσεων, διέθεσε άνω των 250 εκατομμυρίων δραχμών για χρηματοδότηση πλέον των 40 μικρών και μεγάλων βιοτεχνιών, παρείχε διευκολύνσεις μέσα στην οξεία οικονομική κρίση, χρηματοδότησε την προσπάθεια καλλιέργειας ρυζιού στην Σκάλα, διαθέτοντας από το 1947 σημαντικώτατα κεφάλαια, και εξοπλίζοντάς τις με σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα, ενώ η επιτυχία αυτή έδωσε αφορμή για την γενίκευση της καλλιέργειας ρυζιού σε όλα τα αλατούχα εδάφη της χώρας. Επίσης χρηματοδότησε την δημιουργία κτηνοτροφικών μονάδων. σημαντικά τεχνικά έργα, όπως η οδός Σπάρτης-Γυθείου και ο λιμένας Γυθείου. Τέλος, σχεδόν όλοι οι υπάλληλοι που προσελήφθησαν στο υποκατάστημα Σπάρτης την τετραετία 1947-51 ήταν Λάκωνες. Και όλοι εξελίχθηκαν αργότερα σε διευθυντικά στελέχη της Εθνικής Τραπέζης.

Παράλληλα με την υπηρεσία του στην Εθνική, ο παππούς μου προσέφερε τις γνώσεις του σε φιλανθρωπικά ιδρύματα. Το 1935-9 είχε την οικονομική διεύθυνση του Εργαστηρίου Απόρων Γυναικών και Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης της Αγγελικής Χατζημιχάλη και το 1940-44 την Ιματιοθήκη του Παιδιού.

Το 1953 παραιτήθηκε εις ένδειξιν διαμαρτυρίας για την συγχώνευση της Εθνικής με την Τράπεζα Αθηνών και συνταξιοδοτήθηκε.

Μετά την αποχώρησή του από την Εθνική ανέλαβε την οικονομική διεύθυνση της Βασιλικής Πρόνοιας το διάστημα 1955-64. Από την υπηρεσία του σε ευαγή ιδρύματα τιμήθηκε με διακρίσεις και ευαρέσκεια για την συνετή και αποτελεσματική τους διοίκηση. Επίσης συνέβαλε στον εμπλουτισμό της Λαϊκής Βιβλιοθήκης Σπάρτης και με ενέργειές του το 1932 ο Παλαμάς απέστειλε όλα του τα έργα σε αυτήν.

Μετά την Πρόνοια, ο παππούς μου εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στην Σπάρτη, όπου διηύθυνε το νεόδμητο ξενοδοχείο ΔΙΟΣΚΟΥΡΟΙ, που ίδρυσε η οικογένεια το 1963 στην θέση του μεγάρου «Κούτσειον», που ανήκε στον πεθερό του παππού μου, τον κτηματία Γιωργάκη Κούτση.

Ο παππούς μου Μελέτης Μελετόπουλος υπήρξε από τους πρώτους οικιστές της Φιλοθέης το 1934 και ο πρώτος Πρόεδρος της Κοινότητος της Φιλοθέης μετά την Απελευθέρωση (1945-7). Ως Κοινοτάρχης έλαβε δραστικά μέτρα για την ανασυγκρότηση του τοπικού κοινοτικού μηχανισμού, οργάνωσε τις συγκοινωνίες και ίδρυσε τον τοπικό κινηματογράφο ΦΙΛΟΘΕΗ.

Ο ίδιος δεν επικαλέσθηκε ποτέ την καταγωγή του, αν και ήταν υπερήφανος γι’ αυτήν. Θεωρούσε ότι ένα ιστορικό οικογενειακό παρελθόν δημιουργεί μόνον υποχρεώσεις και όχι δικαιώματα. Αυτή η αρχή διαπνέει και το παραπάνω κείμενο.


Σημείωση: ευχαριστώ θερμά τον κύριο Νίκο Γεωργιάδη για την πολύτιμη αρωγή του, τον καθηγητή και διακεκριμένο ιστορικό κ. Αθανάσιο Φωτόπουλο, που είχε την καλοσύνη να διαβάσει το κείμενο, καθώς και τον αείμνηστο πρόεδρο του Συνδέσμου των εν Αττική Λακεδαιμονίων κ. Κ. Μπεκιάρη για την δημοσίευση. Επίσης τον κύριο Αντώνη Βενέτη, δικηγόρο, που μου παρέσχε δημοσιεύματα εφημερίδων του 19ου αιώνος που αφορούν μέλη της οικογένειάς μου.

 


ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟ ΔΕΝΔΡΟ

 

τέκνα Μελέτη Μελετόπουλου


1.ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ, 1800-1866, αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης, πληρεξούσιος, βουλευτής, πρώτος δήμαρχος Σπάρτης. Παντρεύτηκε την ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΓΙΑΤΡΑΚΟΥ, με την οποία απέκτησαν τα εξής τέκνα:

α. την ΜΑΡΙΓΩ, σύζυγο ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

β. την ΑΜΑΛΙΑ, σύζυγο ΗΛΙΑ ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΥ, με τον οποίον απέκτησαν τρία τέκνα, τον δικηγόρο Χαρίλαο Γεωργόπουλο, τον πρεσβευτή Στέφανο Γεωργόπουλο και τον ιατρό και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Μελέτη Γεωργόπουλο

γ. τον ΜΕΛΕΤΗ ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟ, δικηγόρο-βουλευτή- σύζυγο ΑΘΗΝΑ ΓΚΙΚΟΠΟΥΛΟΥ, με την οποία απέκτησαν την Αικατερίνη, σύζυγο του ιατρού Κωνσταντίνου Ασπιώτη, και την Ελπίδα, σύζυγο Κακριδή.

δ. τον ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟ, δικηγόρο-βουλευτή, άγαμο.

.


2, ΜΑΡΙΑ, ΣΥΖΥΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΥ (δεν υπάρχουν περαιτέρω στοιχεία).

---------------------------------------------------------------------------------------------

3. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ, δήμαρχος Σπάρτης, υπουργός. Απέκτησε τα εξής τέκνα:

α. τον ΜΕΛΕΤΗ Δ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟ, αρεοπαγίτη, 1853, σύζυγο ΔΡΟΣΙΝΑΣ, για την οποία ο Δροσίνης έγραψε την «ανθισμένη αμυγδαλιά». Σύμφωνα με την εφημερίδα ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ (21-6-1873), «Εν Σπάρτη εγένετο κατ’αυτάς απόπειρα δολοφονίας κατά του υιού του Δημάρχου κ. Μελετοπούλου, φοιτητού της νομικής σχολής του Πανεπιστημίου. Οι τον φόνον επιχειρήσαντες, επυροβόλησαν τρις κατά του νέου Μελετίου Μελετοπούλου, αλλ’ευτυχώς απέτυχον, αι σφαίραι διήλθον πέριξ αυτού. Η πράξις αύτη δικαίως εξήγειρε την οργήν και την αγανάκτησιν των κατοίκων. Αγνοούμεν πόσοι ήσαν οι δολοφόνοι και εάν συελήφθησαν, διότι το τόλμημα διέπραξαν εν αυτή τη αγορά της πόλεως».

Ο Μελέτης είχε τα εξής τέκνα: τον ΔΗΜΗΤΡΙΟ Μ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟ, 1887, αξιωματικό, κυβερνήτη του Αδρία κατά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, που βυθίστηκε και προήχθη μετά θάνατον σε υποναύαρχο [γεννήθηκε το 1887 στην Σπάρτη, έγινε μάχιμος σημαιοφόρος του αξιωματικός του ΒΝ, συμμετείχε στις επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων, στην απελευθέρωση της Λήμνου, της Λέσβου και της Σάμου, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και στις ναυτικές επιχειρήσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας, προσχώρησε στην Εθνική Άμυνα το 1916 και πήγε στην Θεσσαλονίκη, τέθηκε σε διαθεσιμότητα από την Μεταπολίτευση του 1920 και τελικώς αποτάχθηκε τον Μάρτιο του 1922, επαναφέρθηκε στην ενεργό υπηρεσία ύστερα από την Επανάσταση του 1922, αποστρατεύθηκε με αίτημά του ως Πλοίαρχος το 1929, ανακλήθηκε στην ενέργεια στις 5-12-1940 και βυθίστηκε με το πλοίο του, το πλωτό νοσοκομείο «Αττική», στις 12-4-1941 στο στενά του Καφηρέα από γερμανική αεροπορική επιδρομή. Προήχθη το 1945 μετά θάνατον σε υποναύαρχο ως ήρωας. Προς τιμήν του κανονιοφόρος του ΠΝ ονομάστηκε «Μελετόπουλος» (1947-1971). Είχε σύζυγο κόρη του καθηγητού Πανεπιστημίου ΡΑΛΛΗ και ήταν άτεκνος. Τον ΝΤΙΝΟ Μ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟ, δικηγόρο και ιστορικό, άγαμο. Τον ΛΕΩΝΙΔΑ Μ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟ, εκ των πρώτων Ελλήνων αεροπόρων, που σκοτώθηκε το 1911 σε αεροπορικό δυστύχημα, άγαμο.

β. τον ΛΕΩΝΙΔΑ Δ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟ, 1858, σύζυγος ΒΑΛΑΣΩ ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, που απέκτησε -τον Μίμη Λ. Μελετόπουλο, 1895-1951, υποθηκοφύλακα, σύζυγο Αβροκόμης Ιω. Κυρούση, με την οποία απέκτησαν μία κόρη, την Βαλεντίνη,- την Πηνελόπη Λ. Μελετοπούλου (περ. 1900- περ.1985), ζωγράφο, σύζυγο του ζωγράφου Βιττορόπουλου, που απέκτησε έναν γυιό, τον Λεωνίδα (1938-1999) οικονομολόγο-λογιστή, παντρεμένο αλλά άκληρο, -και τον Λεονάρδο Λ. Μελετόπουλο(Λη), (1902-), Γενικό Γραμματέα του Αρείου Πάγου. Ο τελευταίος απέκτησε με την σειρά του την Βαλεντίνη σύζυγο Χαραγκιώνη, και τον Λεωνίδα Μελετόπουλο, διευθυντή στην Εθνική Ασφαλιστική, ο οποίος έχει δύο δίδυμους υιούς, τον Νικόλαο-Άγγελο (1983), επικοινωνιολόγο, και τον Λεονάρδο-Ηλία (1983), πολιτικό μηχανικό.

--------------------------------------------------------------------------------------------


4. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Απέκτησε δύο τέκνα:

τον Μελέτη Π. Μελετόπουλο ή Κουτλέμπεη, 1846, δικηγόρο (όπως μας πληροφορεί το ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ, ΕΤΟΣ Γ΄,1902, γεννήθηκε στην Σπάρτη το 1847, σπούδασε στην Νομική Σχολή Αθηνών, εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Σπάρτη επί τετραετία, ενώ ταυτόχρονα εξέδιδε και την τοπική εφημερίδα ΛΑΚΩΝΙΚΟΣ ΑΣΤΗΡ. Ενώ ανήκε σε πολιτική οικογένεια δεν είχε κλίση στην πολιτική και τελικώς ασπάστηκε το δικαστικό στάδιο. Διορίστηκε πρωτοδίκης στην Κυπαρισσία επί κυβερνήσεως Ζαίμη και υπηρέτησε επί δεκαπενταετία σε διάφορα μέρη. Το 1894 προήχθη σε Εισαγγελέα στην Κυπαρισσία και σε διάφορα άλλα μέρη, αφήνοντας άριστες εντυπώσεις για την ικανότητα και την εντιμότητά του. Συνέγραψε πραγματείες για την βελτίωση της δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκαν στην ΑΚΡΟΠΟΛΙ, το δε 1902 που δημοσιεύθηκε το ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ υπηρετούσε στην Καλαμάτα, ενώ ο γυιός του Παναγιώτης ήταν ήδη δικηγόρος στην Σπάρτη.). Αυτός απέκτησε τον στρατοδίκη Παναγιώτη Μ. Μελετόπουλο, 1877, (στρατιωτικό δικαστικό, σύμβουλο Α΄τάξεως, συνταγματάρχη στρατιωτικής δικαιοσύνης, πρώην δικαστή, εισήλθε στο δικαστικό σώμα το 1915, αποτάχθηκε για πολιτικούς λόγους το 1922, 21-12, αποκαταστάθηκε το 1935),-τον Θεόδωρο Μελετόπουλο, άγαμο, και την Μαρίκα,


και τον Ιωάννη Π. Μελετόπουλο, 1850-1903, δικηγόρο, τραπεζίτη και βουλευτή, που απέκτησε τον Τάκη (Παναγιώτη) Μελετόπουλο, 1890-1970, σύζυγο Πάλμα, άτεκνο, υψηλόβαθμο στέλεχος στην Εθνική Τράπεζα, την Πιπίτσα, σύζυγο του εκ Τριπόλεως βουλευτού Τσακόπουλου, και τον Κούλη (Κυριάκο), που πέθανε άκληρος το 1898 (η εγγονή της Πιπίτσας παντρεύτηκε τον μετέπειτα Αρχηγό του Στόλου Ζαρόκωστα).

 


Σημείωση 1: ο ιστορικός Γ. Δημακόπουλος ανακάλυψε έναν Μελέτη Μελετόπουλο του Αριστ., που γεννήθηκε στην Καλαμάτα το 1885, ήταν Αντισυνταγματάρχης του Πεζικού και αποστρατεύθηκε για πολιτικούς λόγους στις 28-11-1923.

 

Σημείωση 2: υπάρχουν άλλες τρεις οικογένειες Μελετοπούλων από την Πελοπόννησο, με τις οποίες δεν τεκμαίρεται κοινή προέλευση των Μελετοπούλων του Μυστρά. α. οι Μελετόπουλοι της Βοστίτζας (Αιγίου) ήταν πρόκριτοι και έλαβαν μέρος στην Επανάσταση. Η οικογένεια αυτή φαίνεται ότι εξέλιπε ή απόγονοί της υπάρχουν στο εξωτερικό. β. οι Μελετόπουλοι του Άργους εμφανίστηκαν μετεπαναστατικά, περί τα μέσα του 19ου αιώνος, όταν μετώκησαν στον Πειραιά, όπου απέκτησαν μεγάλη κτηματική περιουσία, ο δε επιφανέστερος εξ αυτών ήταν ο ιστοριοδίφης Ιωάννης; Μελετόπουλος. Υπάρχουν σήμερα απόγονοί τους στην Αθήνα. γ. οι Μελετόπουλοι της Δημητσάνας αρχικώς ελέγοντο Ηλιόπουλοι, είχαν μπαρουτόμυλους και μετονομάστηκαν σε κάποια φάση, μετεπαναστατικά πάντως, σε Μελετόπουλους, οι δε απόγονοί τους ασχολήθηκαν με εμπόριο ειδών λαϊκής τέχνης στην Αθήνα, στην Πλάκα. Μελετόπουλοι υπάρχουν και σε διάφορες χώρες του εξωτερικού (Γαλλία, ΗΠΑ), χωρίς να είναι σαφής η προέλευσή τους, πάντως όλοι αυτοί δεν προέρχονται από την ιστορική οικογένεια του Μυστρά.


Σημείωση 3: Η οικογενειακή οικία των Μελετόπουλων στην Σπάρτη βρισκόταν στην γωνία Αγησιλάου και Ευαγγελιστρίας. Διώροφη, νεοκλασσική. Πολυτελής, βαρειά κατασκευή, αρχοντικό. Δίφυλλες πόρτες, μεγάλα δωμάτια, ψηλοτάβανο, με ωραία έπιπλα. Υπήρχε γυάλινη προθήκη με κέρινες κατασκευές, που ακολούθησαν την σορό του δημάρχου Δημητρίου Μελετοπούλου και εκάησαν τελικώς το 1955 από την Πηνελόπη Μελετοπούλου. Το 1961 επωλήθη από τους κληρονόμους σε Ελληνοαμερικανό, ο οποίος το μετέτρεψε σε κινηματογράφο.

 

 

 

 Βιβλιογραφία –πηγές

Αρχείο οικογένειας Μελέτη Κ. Μελετόπουλου, ταξινομημένο και επιμελημένο από τον εκπαιδευτικό και λόγιο Ηλία Παπαθανασόπουλο το διάστημα 1975-6.

Γενεαλογικό δένδρο οικογένειας Μελετόπουλου, καταρτισμένο το 1975-6 από τον Μελέτη Κ. Μελετόπουλο.

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ, ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, 1832-1833, πρόλογος-εισαγωγή Γωργίου Δημακοπούλου, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήναι 1972

ΣΩΜΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ ΛΑΚΩΝΙΚΑ.

Ιωσήφ Ζαφειροπούλου, Αρχιερείς και προύχοντες στη φυλακή της Τρίπολης κατά το 1821, Αθήνα 1982, ανατύπωση από την Αδελφότητα «Χριστιανική Αλληλεγγύη», επιμέλεια Δημ. Παπαβασιλόπουλου, το πρωτότυπο του 1851, από το οποίο τα αποσπάσματα στην καθαρεύουσα, υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη

Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, τόμος ΙΓ΄του Ηλίου.

Παναγιώτης Δούκας, Η ΣΠΑΡΤΗ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ, έκδ. ΕΘΝΙΚΟΣ ΚΗΡΥΞ, Νέα Υόρκη 1922.

Αθανάσιος Φωτόπουλος, Οι Γιατράκοι του 1821, Αθήναι 2001, τ. Α΄ Ιστορικά, τ. Β΄ Αρχείο Παναγ. Γιατράκου.

Αθανάσιος Φωτόπουλος, ΟΙ ΚΟΤΖΑΜΠΑΣΗΔΕΣ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ, εκδόσεις Ηρόδοτος, 2005.

Δημήτρη Κοπανίτσα, ΕΝΑΣ ΠΡΟΕΣΤΟΣ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, Μ.Ι.Ε.Τ., 1998.

 

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ

ΓΕΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ - ΑΡΧΕΙΑ ΝΟΜΟΥ ΛΑΚΩΝΙΑΣ -5 -

ΝΟΜΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ

ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΣΠΑΡΤΗΣ

ΠΕΠΗ ΓΑΒΑΛΑ

ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Κ. ΣΑΛΒΑΡΑ

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ

ΤΟΜΟΣ Β΄

(1832-1843)

Από το Μυστρά στη Σπάρτη

ΣΠΑΡΤΗ 2012

 

Παναγιώτη Αϊβαλή, ΜΥΣΤΡΑΣ-ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ (έκδοση του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων με χορηγία του Ιδρύματος Νιάρχου).

Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, πρώτη έκδοση το 1888 (σσ. 62-63, αναφέρονται ομού οι οικογένειες Μελετόπουλου και Κοπανίτζα: «Αμφότεραι δε αύται αι οικογένειαι είναι γνωσταί κατά την Πελοπόννησον, εβοήθησαν δε με τους συγγενείς τους την επανάστασιν….», για τον δε Μελετόπουλο αναφέρει ότι «απέθανεν εντός των φυλακών»).

Μ. Σακελλαρίου, Η ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΝ, 1939.

Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΛΑΚΩΝΙΑΣ, φύλλο 7 Απριλίου 1957.

ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΑ ΝΕΑ της 27-4-1951.

Σπυρίδωνος Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμος Α’.

Κ.Φλέσσα, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΑΓΩΝΟΣ.

LEAKE, PELOPONNESAEA, GENNADEION, GT 1288.22

Σπυρίδων Λάμπρος, Η ΠΕΡΙ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΩΝ ΕΚΘΕΣΙΣ.

Κ. Σάθας, Η ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΗ ΕΛΛΑΣ, 1869, ΑΝΑΤΥΠΩΣΗ ΑΠΟ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΡΑΒΙΑ, ΑΘΗΝΑ 1869 (σ.466, περί Ιωάννη Μελιτάκη).

Τάσος Γριτσόπουλος, ΤΑ ΟΡΛΩΦΙΚΑ, ΑΘΗΝΑ 1967 (περί Ιωάννη Μελιτάκη).

Δικαίος Βαγιακάκος, Ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΚΑΤΣΩΝΗΣ ΚΑΙ Η ΜΑΝΗ, ΑΘΗΝΑ 1994 (σ. 8 αναφέρεται στον Ιωάννη Μελετάκη).

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ Ι. ΣΠΟΥΔΑΙ (σ. 67, ΠΡΟΕΣΤΟΣ ΜΕΛΕΤΑΚΗΣ).

ΠΕΡΓΑΝΤΗΣ ΗΛΙΑΣ, 18 ΕΠΙΣΤΟΛΑΙ ΠΡΟΕΣΤΩΝ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821.

ΡΟΖΑΚΟΣ ΝΙΚΟΣ, ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΛΑΚΩΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

Κυρ. Στάππας, Η ΛΑΚΩΝΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΝ ΚΑΙ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΝ (σ.211, ΜΕΛΕΤΑΚΗΣ ΚΡΕΒΒΑΤΑΣ, Σ.448, ΜΕΛΕΤΗΣ ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ,ΕΜΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΓΑΙΟΚΤΗΜΩΝ, Σ.188, ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΕΛΙΤΑΚΗΣ Ή ΚΡΕΒΒΑΤΑΣ).


ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ ΓΕΩΡΓΑΚΗΣ

Α.Μ. 779

Καταγοταν απο το διαλυμενο χωριο Χουμπαβο και κατα το 1865 υπηρξε κατοικος Μπεσχενιου.πολεμησε πλαι στο Διακο ,αργοτερα υπο τον Οδυσσεα,σ ολες τις μαχες που δοθηκαν υπο την οδηγια του.Στη μαχη των Βασιλικων πληγωθηκε.Αργοτερα βρεθηκε στη Πελοποννησο υπο τον Λοντον και εμεινε μαζι του ως το 1828.Κατοπι διετελεσε στη Δη Γ.Δυοβουνιωτης,Β.Μπουσγος,Κουστας Μανκος,Ιωαννης Λεοναρδιτης,και Β.Λεοναρδιτης.Η Επιτροπη τον κατεταξε στη σειρα των Στρατιωτων.


Περα απο τις παραδοσεις και τους θρυλους,η νεωτερη ιστορια του χωριου μας αρχισε να γραφετε με τη συμμετοχη των Μπεσχενιωτων στην Επανασταση του 1821.Μεχρι τωρα λιγοι ηταν αυτοι που γνωριζανε οτι αρκετοι συγχωριανοι μας πολεμησανε υπο τις οδηγιες μεγαλων οπλαρχηγων ,που το ονομα τους γραφτηκε με χρυσα γραμματα στο πανθεον της ιστοριας,για την απελευθερωση της Ελλαδας απο τον Τουρκικο ζυγο.

Τα ονοματα των Μπεσχενιωτων που ελαβαν μερος στην εθνεγερσια ,θα ειχαν μεινη αγνωστα σε μας αν δεν υπηρχε ο πατριωτης συγγραφεας ΓΙΩΡΓΗΣ Β.ΛΟΥΚΑΣ-ΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ,ο οποιος τα ετη 1975και 1976 εγραψε το Α και Β τομο αντιστοιχα των βιβλιων του με τιτλ﨨ΘΗΒΑ ΚΑΙ ΛΙΒΑΔΕΙΑ-ΧΩΡΑΙΤΑΙ ΚΑΙ ΧΩΡΙΚΟΙ ΣΤΟ 21.

Μετα απο ερευνα που εκανα στην εθνικη βιβλιοθηκη(τμημα χειρογραφων και ομοιοτυπων)βρηκα τους φακελλους των ηρωικων Μπεσχενιωτων που πηραν μερος στην επανασταση .

Ερευνα επισης εκανα και στα Γενικα Αρχεια του Κρατους,οπου βρηκα εγγραφα που αφορουν τη δραση τους.Στους φακελλους μεσα υπαρχουν οι πρωτοτυπες αιτησεις των αγωνιστων αλλα και τα πιστοποιητικα των μεγαλων οπλαρχηγων που βεβαιωνουν τη συμμετοχη των ηρωικων συγχωριανων μας στον υπερ της πιστεως και της πατριδος Ιερο Αγωνα!!!


Παρόρι πρες